
Το κρίσιμο ερώτημα για το ΕΛΚ και τη φον ντερ Λάιεν είναι αν θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν την Ακροδεξιά ως μια βολική κοινοβουλευτική εφεδρεία ή αν θα επενδύσουν ξανά σε μια πραγματική συμμαχία του Κέντρου
Η προσπάθεια δύο κορυφαίων ευρωβουλευτών από το ΕΛΚ και τους Σοσιαλιστές να οικοδομήσουν μια πιο σταθερή κεντρώα συμμαχία αποκαλύπτει το βαθύτερο πρόβλημα της σημερινής Ευρώπης: το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, υπό την πολιτική ηγεμονία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επέλεξε επανειλημμένα τις ψήφους της Ακροδεξιάς για να περνά κρίσιμες αποφάσεις, συμβάλλοντας έτσι στην πολιτική της νομιμοποίηση και στην περαιτέρω ισχυροποίησή της.
Αυτή είναι άλλωστε η μεγάλη αντίφαση στον πυρήνα της ευρωπαϊκής πολιτικής. Από τη μία, οι δυνάμεις του Κέντρου ανησυχούν για την άνοδο των λαϊκιστών και των ακραίων κομμάτων ενώ την ίδια στιγμή η μεγαλύτερη πολιτική ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αναζητά σε κρίσιμες ψηφοφορίες στήριγμα από τα (ακρο)δεξιά της.
Μετά τις ευρωεκλογές του 2024, η συνεργασία του ΕΛΚ με ομάδες της Ακροδεξιάς έγινε όλο και πιο συχνή. Ψήφοι από τα δεξιά χρησιμοποιήθηκαν για νομοθετικές πρωτοβουλίες που αφορούν τις απελάσεις, τη μείωση των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων για περιβαλλοντικές δράσεις, αλλά και την καθυστέρηση ή αποδυνάμωση της νομοθεσίας για την αποψίλωση των δασών.
Όταν η Ακροδεξιά γίνεται κάθε λίγο και λιγάκι η «πατερίτσα» για να υπάρξει πλειοψηφία, μετατρέπεται σε χρήσιμο κοινοβουλευτικό εταίρο και ως τέτοιος αναγνωρίζεται ως δύναμη εντός του συστήματος.
Η ευθύνη της φον ντερ Λάιεν
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν βρίσκεται στην καρδιά αυτής της εξίσωσης. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προέρχεται από το ΕΛΚ και η πολιτική της επιβίωση εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις ισορροπίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η επιλογή της ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς να αναζητά κάθε τόσο τη στήριξη των ακροδεξιών συνιστά πλέον μια νέα πραγματικότητα. Το ΕΛΚ μπορεί να υποστηρίζει ότι πρόκειται για κατά περίπτωση κοινοβουλευτικές συνεργασίες, το αποτέλεσμα, όμως, είναι ευρύτερο: οι θέσεις της Ακροδεξιάς αποκτούν θεσμικότητα και η ίδια εμφανίζεται ως δύναμη ικανή να επηρεάζει τις αποφάσεις της Ευρώπης.
Η Ακροδεξιά κερδίζει όταν το ΕΛΚ χρειάζεται τις ψήφους της. Κερδίζει ακόμη περισσότερο όταν οι θέσεις της γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης μέσα στο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα.
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή νομοθετική λειτουργία στηρίχθηκε σε διαφορετικές μορφές συνεργασίας μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών, με τους Φιλελεύθερους, και κάποιες φορές τους Πράσινους ή και την Αριστερά, να λειτουργούν ως τρίτος πόλος.
Σήμερα, όμως, η σχέση ΕΛΚ και S&D έχει φθαρεί σημαντικά.
Ο Γερμανός ευρωβουλευτής του ΕΛΚ Νίκλας Χέρμπστ και ο Σοσιαλδημοκράτης Ρενέ Ρεπάζι προτείνουν μια πιο δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των δύο μεγάλων πολιτικών οικογενειών, κατά το πρότυπο των μεγάλων κυβερνητικών συνασπισμών της Γερμανίας.
Η ίδια η ανάγκη αυτής της πρότασης είναι αποκαλυπτική καθώς το ευρωπαϊκό Κέντρο αντιλαμβάνεται, με καθυστέρηση, ότι η μεταξύ του σύγκρουση αφήνει χώρο στην Ακροδεξιά.
Το παράδοξο της σημερινής Ευρώπης
Εδώ βρίσκεται και το μεγαλύτερο πολιτικό παράδοξο. Το ΕΛΚ και οι σύμμαχοί του προειδοποιούν για τον κίνδυνο περαιτέρω ανόδου των λαϊκιστικών και ακροδεξιών δυνάμεων. Την ίδια στιγμή, η στρατηγική που ακολούθησαν μετά το 2024 συνέβαλε στην αύξηση της κοινοβουλευτικής τους επιρροής.
Η λογική είναι απλή: όταν οι Σοσιαλιστές διαφωνούν, υπάρχει η Ακροδεξιά. Όταν οι Φιλελεύθεροι διαφοροποιούνται, υπάρχουν οι δεξιότερες ομάδες. Όταν μια νομοθετική πρωτοβουλία χρειάζεται ψήφους, αυτές αναζητούνται εκεί όπου υπάρχουν.
Βραχυπρόθεσμα, η τακτική αυτή προσφέρει κάποιες νίκες. Μακροπρόθεσμα, όμως, αλλάζει τους συσχετισμούς.
Η Ακροδεξιά αποκτά έτσι κάτι πολύτιμο: γίνεται ρυθμιστής των αποφάσεων των Βρυξελλών.
Η γερμανική πρόταση ως προσπάθεια διόρθωσης
Η πρόταση Χέρμπστ – Ρεπάζι επιχειρεί να διορθώσει αυτή την πορεία. Η ιδέα είναι οι δύο μεγαλύτερες πολιτικές οικογένειες να συμφωνούν εκ των προτέρων σε βασικές πολιτικές και να διαχειρίζονται θεσμικά τις διαφωνίες τους.
Αντί για περιστασιακές πλειοψηφίες, μια σταθερή κεντρώα πλειοψηφία. Αντί για συμφωνίες από νομοσχέδιο σε νομοσχέδιο, ένας μηχανισμός συμβιβασμών. Και, κυρίως, αντί για αναζήτηση ψήφων στην Ακροδεξιά, μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η συνεργασία ΕΛΚ και Σοσιαλιστών.
Η πρόταση έχει λογική. Έρχεται όμως αφού η ζημιά έχει ήδη γίνει.
Το 2029 θα δείξει αν το Κέντρο έμαθε το μάθημά του
Οι επόμενες ευρωεκλογές θα αποτελέσουν σημείο καμπής. Εάν οι σημερινές τάσεις επιβεβαιωθούν, η Ακροδεξιά θα διαθέτει ακόμη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη και συνεπώς μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ.
Το κρίσιμο ερώτημα για το ΕΛΚ και τη φον ντερ Λάιεν είναι αν θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν την Ακροδεξιά ως μια βολική κοινοβουλευτική εφεδρεία ή αν θα επενδύσουν ξανά σε μια πραγματική συμμαχία του Κέντρου.
Η πρωτοβουλία των δύο Γερμανών ευρωβουλευτών δείχνει ότι ένα τμήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει αντιληφθεί το πρόβλημα.
Η Ευρώπη καλείται τώρα να αντιμετωπίσει το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής: μια Ακροδεξιά ισχυρότερη, περισσότερο νομιμοποιημένη και πολύ πιο κοντά στο κέντρο λήψης των αποφάσεων των Βρυξελλών.
Πρώτη δημοσίευση: ΤΟ ΒΗΜΑ, 2 Σεπτεμβρίου 2026
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου