
Εχουμε αποκτήσει τη συνήθεια να κρίνουμε τους ανθρώπους όχι για αυτό που πραγματικά είναι, αλλά για το αν ανταποκρίνονται στην εικόνα που έχουμε αποφασίσει ότι πρέπει να είναι
Δεν είχε ακόμη προλάβει καλά-καλά να μαθευτεί ο θάνατος του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, στις 18 Αυγούστου, και τα πληκτρολόγια είχαν ήδη πάρει θέση ως τιμητικό άγημα – ή, μάλλον, ως εκτελεστικό απόσπασμα.
Οι συνήθεις ύποπτοι του «ναι μεν, αλλά» έσπευσαν να του αποδώσουν ευθύνες για την καταγωγή, την οικογένεια, την κοινωνική τάξη και τις προσωπικές του σχέσεις. Σαν να όφειλε να απολογηθεί, μετά θάνατον, για το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε.
Μεταξύ άλλων στοχοποιήθηκε η σχέση του με τον Κώστα Σημίτη. Οι δύο άνδρες ήταν συμμαθητές στο Πειραματικό και φίλοι από τα παιδικά τους χρόνια. Για ορισμένους, όμως, αυτή η σχέση αρκούσε για να γίνει ο Τσουκαλάς ύποπτος. Από άλλους, πάλι, κατηγορήθηκε επειδή υπήρξε βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ. Σαν η συμμετοχή στην πολιτική να ακυρώνει αυτομάτως το έργο ενός διανοουμένου.
Μαζί επανήλθε και η κατηγορία του «αστισμού», λες και η κοινωνική καταγωγή αποτελεί πολιτικό τεκμήριο ενοχής. Μια αντίληψη που θα δυσκολευόταν, για παράδειγμα, να εξηγήσει πώς ο Φρίντριχ Ενγκελς, γόνος εύπορης βιομηχανικής οικογένειας, υπήρξε ταυτόχρονα ένας από τους σημαντικότερους επικριτές του καπιταλισμού.
Το παράδοξο είναι ότι, μέσα στην προσπάθεια να κριθεί ο άνθρωπος, χάθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά το έργο του.
Ο Τσουκαλάς δεν παρατηρούσε την ελληνική κοινωνία από ασφαλή απόσταση. Η «Ελληνική τραγωδία» ήταν ένα σημαντικό δοκίμιο για τη δικτατορία. Στο Παρίσι συνδέθηκε με τη Δημοκρατική Αμυνα, έζησε τον Μάη του ’68 και διατήρησε σε όλη τη διαδρομή του μια σταθερά κριτική στάση απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό. Η σχέση του με τον Νίκο Πουλαντζά υπήρξε επίσης σημαντικό μέρος της διανοητικής του πορείας.
Ολα αυτά, βέβαια, είναι πολύ δυσκολότερο να χωρέσουν σε μια ανάρτηση με μία φωτογραφία του με τον Σημίτη ή μία άλλη στα έδρανα του ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή.
Εχουμε αποκτήσει τη συνήθεια να κρίνουμε τους ανθρώπους όχι για αυτό που πραγματικά είναι, αλλά για το αν ανταποκρίνονται στην εικόνα που έχουμε αποφασίσει ότι πρέπει να είναι.
Πρώτα κατασκευάζουμε ένα ιδεατό μοντέλο ανθρώπου σύμφωνο με τις δικές μας πολιτικές και ηθικές βεβαιότητες ή προκαταλήψεις και στη συνέχεια επιχειρούμε να το συγκρίνουμε με τον οποιονδήποτε για να καταλήξουμε πως είναι ανεπαρκής, ξεχνώντας ότι οι άνθρωποι δεν είναι εργαστηριακά δείγματα. Εχουν οικογένεια και φίλους, διακατέχονται από εσωτερικές συγκρούσεις, αμφιβολίες και αντιφάσεις και σχεδόν ποτέ δεν χωρούν στο ηθικό καλούπι που κατασκευάζουμε μέσα από λίγες αράδες μίας ανάρτησης στο Διαδίκτυο.
Υπάρχει, βέβαια, και η αντίστροφη υπερβολή. Να μετατρέπεται ο νεκρός σε άγιο, να εξαφανίζονται οι αδυναμίες και οι αντιφάσεις του και να μένει μόνο μια εξιδανικευμένη εικόνα. Και οι δύο στάσεις έχουν κάτι κοινό: την ανάγκη μας για βεβαιότητα.
Χωρίς να χρειάζεται αναγκαστικά να συγκρίνει κανείς τα μεγέθη, το έργο ή την επιδραστικότητα διαφορετικών διανοουμένων, αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια ακριβώς διαδικτυακή μεταχείριση γνώρισε, μόλις πριν από δέκα ημέρες, και ο Στέλιος Ράμφος. Με τον ίδιο σχεδόν μηχανισμό: πρόχειρες ταυτοποιήσεις, αποσπασματικές αναγνώσεις, βεβιασμένες καταδίκες ή εξίσου βεβιασμένες αγιοποιήσεις. Σαν να μην έχει σημασία το πρόσωπο, αλλά μόνο η ευκαιρία να επιβεβαιωθεί εκ νέου η ήδη προϋπάρχουσα θέση μας απέναντί του.
Ο ένας θέλει να αποδείξει ότι ο τεθνεώς ήταν «ένοχος». Ο άλλος ότι ήταν ένας αλάνθαστος «γκουρού». Και οι δύο αποφεύγουν το δυσκολότερο: να αποδεχθούν (ή να απορρίψουν) έναν άνθρωπο, αφού πρώτα μελετήσουν το έργο του, τις ιδέες του, τις επιλογές του, τις αντιφάσεις του και την εποχή του.
Πρώτη δημοσίευση: ΤΟ ΒΗΜΑ, 23 Αυγούστου 2026
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου