Διαβάζω το ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΕΩΝ, τη στήλη του σχεδόν απνευστί. Κι ύστερα δεύτερη φορά. Με το πάσο μου και τον καφέ μου. Τον έχω, βλέπεις, συνδυάσει με πολλά φλιτζάνια καφέ από την Εποχή των Εξαρχείων. Εκτοτε τον βρίσκω στα βιβλία του φυσικά, τα δικά του αλλά κι αυτά που έχει μεταφράσει, πιο παλιά στο Αθηνόραμα και τώρα πάλι στο Lifo.
Ο Παπαγιώργης έχει καταλάβει μια από τις πρώτες θέσεις στην προσωπική μου Κιβωτό εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια. Όταν ακόμη κάρφωνα τα πρώτα σανίδια της ανυποψίαστος ακόμη και το μέγεθος του κατακλυσμού και ταυτόχρονα έκανα την πρώτη λίστα εκείνων που θα ήθελα να διασώσω ως μόνιμους συνταξιδιώτες στην όποια μου περιπέτεια, στο όποιο ταξίδι. Τον γνώρισα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στο βιβλιοπωλείο του Σπανού, στη Μαυρομιχάλη, ανάμεσα σε συλλεκτικά βιβλία. Βγάζαμε, τότε, ένα περιοδικάκι με τον Κώστα τον Κοντογιάννη. Τη «Ρίγα». Σε ένα γραφειάκι δίπλα στο τυπογραφείο του Μεγάλου Φίλιππου Βλάχου. Ηταν ο Κώστας και η Σοφία που μου τον γνώρισαν. Δεν θυμάμαι τις πρώτες μας κουβέντες. Ετοίμαζαν κάποια δημοπρασία σπάνιων βιβλίων και επέλεγαν ποια θα «χτυπηθούν». Τους άκουγα να μιλούν γι αυτά σαν να περιγράφουν ένα Σύμπαν που εγώ μόλις ανακάλυπτα ότι υπάρχει. Ο Παπαγιώργης αράδιαζε ονόματα, χρονολογίες, περιστατικά, λεπτομέρειες για την ιστορία συγγραφέων, για κείμενα, ύφος κειμένων, βιβλιογραφικές αναφορές αλλά και τεχνικές λεπτομέρειες για το χαρτί, τα τυπογραφικά στοιχεία, τα δεσίματα των βιβλίων…
Είμαι πιτσιρικάς, λίγα καταλαβαίνω. Αισθάνομαι περισσότερα. Τα βράδια πηγαίνω στο DADA. Πίνω παγωμένες βότκες με κόκκους καφέ μέσα. Στο όρθιο, στην κολώνα ο Σκούρτης, ο Φωτόπουλος, ο Σιδηρόπουλος, η Γώγου, κάποιοι ηθοποιοί. Μιλάω για σημειολογία και Σοσίρ και Εκο με τα κορίτσια στο μπαρ. Αμάσητα πράγματα. Ερωτεύομαι τους καθρέφτες. Την μυρωδιά της Αραχόβης. Ζορίζομαι πολύ να δείχνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι κι ας είναι αυτό το άλλο που θέλω να γίνω. Ζηλεύω. Ο Κώστας ο Κοντογιάννης με σώζει πάντα την τελευταία στιγμή πριν με πάρουν με τις λεμονόκουπες. Με συστήνει σε κόσμο. «Απ’ όλους όσους θα γνωρίσεις, να ξέρεις ότι ο Παπαγιώργης είναι ο πιο σημαντικός. Και δεν τον έχεις δει καν να ανοίγει όλα του φτερά». Υστερα με προσγειώνει πάλι. Τα χρόνια περνούν. «Μεγαλοπιάνομαι» και φτάνω μέχρι της Ιλεάνας Τούντα, στην Αρματολών και κλεφτών, πίσω από το Γυμνάσιο μου για να τον ξανασυναντήσω. Αυτή τη φορά με άλλους κι αλλιώς. Με τον Πέτρο Τατσόπουλο, με παιδιά της γενιάς μου, με εικαστικούς, με ωραίες γυναίκες. Κι ύστερα στο "Παρασκήνιο" στην Καλλιδρομίου, στον "Ενοικο" και στο «Αμα Λάχει». Τους ακούω να μιλούν. Διαβάζω πολύ να τους φτάσω. Να φτάσω τι; Μου κάνει εντύπωση ότι μιλάει με την ίδια άνεση για ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1790 στην Οδησσό και για το ντέρμπι της Κυριακής, για τα επεισόδια στα Εξάρχεια και για τον Κοραή. Ενας διανοούμενος προλετάριος. Πολύ κοντά σε αυτό που θα ήθελα να είμαι. Υστερα χάνεται για μεγάλο διάστημα. Επιστρέφει μετά από μήνες. Καταβεβλημένος αλλά ζωντανός. Δεν πίνει πια. Εγώ αντίθετα πίνω πολύ. Πάρα πολύ. Γράφει το «Περί Μέθης». Το διαβάζω όπως και τα άλλα. Δεν τυχαίνει ποτέ να πιάσουμε μεγάλη κουβέντα αλλά είμαι σχεδόν η σκιά του. Κι ύστερα χάνομαι. Για χρόνια. Για πάντα. Πάντα ναρκισσευόμουν άλλωστε ότι είμαι «τύπος που χάνεται». Κρατάω μόνο εικόνες, αποσπάσματα, μισόλογα. Ασήμαντα πράγματα που όμως κάνουν όλο αυτό που είμαι.
Αν έμαθα κάτι από αυτή την εποχή, από τη συνάντησή μου με τον Κωστή Παπαγιώργη είναι αυτό: Να είσαι εκεί, ακόμη κι όταν φεύγεις…
Δεν το έχω καταφέρει όμως. Πότε είμαι εδώ και πότε φεύγω. Ποτέ ταυτόχρονα…
Πάλι αδέσποτες βγαίνουν οι λέξεις…
Πάλι δεν είπα τίποτα…
Καλύτερα να τον βρείς μόνος σου τον Παπαγιώργη, στο Lifo. Κάθε Πέμπτη!
Μικρό βιογραφικό (από τα ελάχιστα πράγματα που βρήκα στο κατά τα άλλα φλύαρο internet για τον Κ.Π. Κι αυτό από Δελτίο Τύπου του Ελευθερουδάκη, αν δεν κάνω λάθος)
Γιος δημοδιδασκάλου, ο Κωστής Παπαγιώργης γεννήθηκε το 1947 στο Νεοχώρι Υπάτης και έζησε στην Παραλία της Κύμης ('51-'60), στο Χαλάνδρι -όπου είναι μόνιμα εγκατεστημένος- στη Θεσσαλονίκη ('66-'67) και στο Παρίσι ('69-'75).
Οι απόπειρές του να σπουδάσει, νομικά στη Θεσσαλονίκη και φιλοσοφία στο Παρίσι, δεν είχαν συνέχεια, παρά ταύτα η παθολογική σχεδόν προσήλωση στην ανάγνωση τον οδήγησε συγκυριακά στην εμπορία βιβλίων, κατόπιν, με την επάνοδο στην Αθήνα, στη μετάφραση φιλοσοφικών έργων για βιοποριστικούς καθαρά λόγους και, όψιμα, στη συγγραφή εξομολογητικών εν πολλοίς δοκιμίων. Έγραψε για τη μέθη, τη ζηλοτυπία, τη μισανθρωπία, τους νεκρούς, τη μνησικακία, τη φιλία και τον πόλεμο.
Τα βιβλία του:
Περί μέθης
Σιαμαία και ετεροθαλή
Ντοστογιέφσκι
Ζώντες και τεθνεώτες
Η κόκκινη αλεπού - Οι ξυλοδαρμοί
Ίμερος και κλινοπάλη
Η ομηρική μάχη
Γεια σου, Ασημάκη
Μυστικά της συμπάθειας
ΣΩΚΡΑΤΗΣ - Ο νομοθέτης που αυτοκτονεί
Λάδια ξίδια
Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ
Τα Καπάκια: Βαρνακιωτης, Καραϊσκακης, Ανδρουτσος
Σύνδρομο αγοραφοβίας
Τα γελαστά ζώα
Εμμανουηλ Ξανθος ο Φιλικος
Κανελλος Δεληγιαννης
Θα φέρω κι άλλους από την Κιβωτό μου. Το ξέρω ότι σου αρέσουν…
Σάββατο
4 Μαρτίου 2006
Με "περπάτησες" σε πολύ γνώριμες "διαδρομές".
ΑπάντησηΔιαγραφήΕίμαι σίγουρος πια, ότι είναι αδύνατον να μην έχουμε συναντηθεί και "δια ζώσης"!
Οι της κιβωτού σου είναι πολύ πιθανό (τουλάχιστον οι σαραντάρηδες...) ότι έχουν ήδη γνωρίσει τον Παπαγιώργη. Οι άλλοι ας σπεύσουν!
"Αυτούς που ξέρεις πάλι θα τους ξαναδείς, θα τους γνωρίσεις πάλι..."
ΑπάντησηΔιαγραφήΕτσι νομίζω κι εγώ...
>Θα φέρω κι άλλους από την Κιβωτό μου. Το >ξέρω ότι σου αρέσουν…
ΑπάντησηΔιαγραφήΧτύπησες διάνα.