Υπάρχουν βιβλία που επιλέγουν τη στιγμή που θα διαβαστούν
Υπάρχουν βιβλία που τα παίρνεις, γιατί έχεις διαβάσει ένα δυο πράγματα από τις παρουσιάσεις που τους κάνουν οι εφημερίδες ή γιατί σου μίλησαν γι' αυτά κάποιοι φίλοι. Τα φέρνεις σπίτι κι αρχίζεις να τα διαβάζεις από το ίδιο κιόλας βράδυ. Στις πέντε δέκα σελίδες ξέρεις αν θα τα φτάσεις ώς το τέλος ή αν θα τα αφήσεις στην άκρη, συνήθως για πάντα. Είναι όμως και κάποια βιβλία που τα αφήνεις στο ράφι ή στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι και δεν τα αγγίζεις για καιρό. Χωρίς καν να τα ανοίξεις. Μυρίζεις το χαρτί τους. Και είναι αυτή η μυρωδιά που σου λέει «μη με διαβάσεις ακόμη, δεν είσαι έτοιμος». Ισως πάλι να είναι αυτά που σε μυρίζουν, που οσφραίνονται το πόσο ανέτοιμος είσαι. Οπως τα σκυλιά που μυρίζουν το φόβο. Μόνο τα σπουδαία βιβλία έχουν αυτήν την ευαισθησία στις μυρωδιές των ανθρώπων. Kι είναι αυτά που επιλέγουν τον αναγνώστη τους και τη στιγμή που θα διαβαστούν.
Εχεις συναντήσει αρκετά τέτοια στο παρελθόν. Το «Στην Πυρά του Ερωτα Πεθαίνω Δυστυχής» του Σερζ Φιλιπινί έκανες δύο χρόνια να το ανοίξεις, την «Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού» του Παναγιώτη Κονδύλη την έσερνες μήνες μέσα στο σακίδιό σου, το «Φλέγομαι» του Τούρμπγερν Σέβε για τον Μαγιακόφσκι δεν το έχεις αγγίξει ακόμη.
Ετσι, πριν από λίγες μέρες, συνάντησες το «Ο Ανεμος Κουβάρι» του Διονύση Χαριτόπουλου (Ελληνικά Γράμματα, 2005) ανάμεσα στους Κώδικες Ντα Βίντσι και το πλήρες σετ Πάολο Κοέλιο. Θυμήθηκες ότι στο είχε ζητήσει η σύντροφός σου να το πάρεις. Και το πήρες. Διστακτικά, γιατί έχεις ακούσει και διαβάσει πολλά πριν κυκλοφορήσει και είσαι καχύποπτος -βλακωδώς ίσως- με καθετί που μυρίζει μάρκετινγκ. Διστακτικά, γιατί αφορά μια προσωπική σχέση δύο διασήμων εν τη απουσία μάλιστα του ενός. Αλλωστε, πάντοτε μισούσες να ξέρεις το τέλος ενός βιβλίου.
Ο «Αρης, ο Αρχηγός των ατάκτων», το προηγούμενο βιβλίο του Χαριτόπουλου και το οπισθόφυλλο νίκησαν τους δισταγμούς:
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω
με φάρμακα, μου λέει η κυρία Β.,
πες την αλήθεια,
τι θέλεις απ' αυτό τον άνθρωπο.
Θέλω να ξυπνάει πλάι μου
κι ως την τελευταία μέρα της ζωής μου
να τον φροντίζω.
Θέλω να πεθάνω πρώτη εγώ.
Θέλω ένα σημάδι ότι με σκέφτεται
και μετά να κοιμηθώ
έναν ήσυχο ύπνο»
Αρκούσαν αυτά τα κοριτσίστικα λόγια -τα αγόρια δεν τολμούν να βρουν τέτοιες λέξεις- για να διαλύσουν τις πυκνές αναθυμιάσεις της Trash TV και τις ομίχλες λιβανιού που σκέπασαν για εβδομάδες τον ορίζοντά σου. Σαν να σε χτύπησε απινιδωτής και να βγήκες από τη χειμέρια νάρκη. Ο Θερμαϊκός απέκτησε και πάλι την ευκρίνειά του.
Το έφερες σπίτι και το ακούμπησες στα ράφια της βιβλιοθήκης μαζί με τα κλειδιά από το αυτοκίνητο και τα γυαλιά σου. Ηταν από ΑΥΤΑ τα βιβλία που σε μυρίζουν. Θα έμενε εκεί για μήνες, αν εκείνη δεν το έπαιρνε αμέσως, αρχίζοντας να το διαβάζει στα όρθια. Εκλεισες την τηλεόραση και κάθισες. Την έβλεπες να το διαβάζει όλη τη νύχτα. Μονορούφι. Οι γυναίκες είναι πιο δυνατές, σκέφτηκες. «Πώς είναι; Σ’ αρέσει;». «Καλό είναι!». Αυτό το λέει όταν κάτι της αρέσει πολύ. Την εμπιστεύεσαι. Εχετε διασχίσει μαζί χιλιάδες σελίδες. Θυμάσαι ιστορίες που είχες ακούσει. «Λέει πως γνωρίστηκαν σε έναν εκδότη;». «Το λέει». «Γιατί τη λέει Λορίν;». Δεν απαντάει. Είσαι έτοιμος να της το αρπάξεις από τα χέρια αλλά σέβεσαι την κοινή συμφωνία: όποιος αρχίσει ένα βιβλίο εκείνος και το τελειώνει.
Οταν την παίρνει ο ύπνος τα ξημερώματα, δεν αντέχεις, πας στα κλεφτά και διαβάζεις μια παράγραφο:
- Γιατί κλαις, γλυκό μου;
Κοίταγε τις φλόγες και τα δάκρυα τρέχανε:
- Κλαίω για τη χαμένη δυνατότητα... Ημαστε οι καλύτεροι και τα χάλασες όλα. Καταραμένος να 'σαι. Μπορούσαμε να ζήσουμε παραμυθένια και δεν το άντεξες... Δεν αντέχεις να σ' αγαπάνε γαμώτο... Ποιος σ' έκανε έτσι;
Συνεχίζεις να διαβάζεις:
- Ηρέμησε.
- Εκανα ό,τι μπορούσα για να ζηλέψεις... Να πληγωθείς κι εσύ... Να με πάρεις τηλέφωνο και να με βρίσεις... Αδικα περίμενα. Τέτοιο παλιόπραμα είσαι... Μ' έδειρες γιατί δεν πήγα δυο φορές στο δικηγόρο να υπογράψω για το διαζύγιο...
- Τέσσερις.
- Εντάξει, τέσσερις... Ηθελες να κλείσεις την υπόθεση. Καρφί δε σου κάηκε για μένα.
- Ελεγχο θα σου κάνω; Χωρίσαμε.
- Είναι κι αυτό... Χωρίσαμε και καθάρισες. Τα 'σβησες όλα. Εχεις τσιμεντάρει την καταραμένη σου ψυχή να μην τη διαπερνά τίποτα.
Το αφήνεις μαλακά στο κομοδίνο και σβήνεις το φως. Μένεις με τα μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι και σκέφτεσαι πως, αν οι άνθρωποι διάβαζαν πιο πολύ, ίσως να άντεχαν περισσότερο. Τον Ερωτα. Και το Θάνατο. Και την Ανοιξη.
«Θα το διαβάσεις;», με ρώτησε την άλλη μέρα.
«Οχι, τώρα. Το καλοκαίρι».
Αχ να ξερες τι μου κανες τώρα που διάβασα το κειμενάκι σου για τον Άνεμο Κουβάρι...
ΑπάντησηΔιαγραφήΈχει μόλις δυο μέρες, ή μάλλον νύχτες που βρέθηκε στα χέρια μου.
Δεν έχω κλάψει ποτέ διαβάζοντας βιβλίο. Ποτέ. Δεν έτυχε φαντάζομαι.
Αλλά με αυτό, ναι. Δεν άλλαξα εγώ. Ούτε διάβασα το αριστούργημα των αριστουργημάτων. Γιατί δεν είναι.
Απλά ζήλεψα.Ναι ζήλεψα. Με όλη μου την ψυχή.
Λαχτάρησα κι εγώ να αξιωθώ μια ζωή της προκοπής, όπως εκείνοι.
Να αξιωθώ να δεχτώ κι εγώ μια μέρα το μεγαλύτερο το σ΄αγαπώ. Γιατί ένα Λαμπετικό Σ΄ΑΓΑΠΩ είναι αυτό το βιβλίο. Και το πιο ακριβό γιατί είναι ειλικρινές.
Με μια ιστορία αγάπης ανθρώπων που δεν είναι ανόητοι να πιστεύουν οτι έρωτας σημαίνει χαρές και πανηγύρια, αλλά απλά και μόνο να ζεις μέσα απο τον άλλον, μακριά απο τον εαυτό σου κι ας κατοικεί ακόμα μέσα σου. κι αυτή η θυσία που γίνεται ασυναίσθητα, δίχως να το πάρεις έστω χαμπάρι ή να την ψυλλιαστείς, είναι επίπονη.
και συγχρόνως το καλύτερο και μεγαλύτερο που αν είσαι κωλόφαρδος αρκετά θα σου τύχει μια φορά και θα σε αλλάξει σε χρόνο ντε τέ.
Με κίνδυνο να καταντήσω μια απο κείνες που κοροιδεύω γιατί μιλούν για νεκρούς εν απουσία τους σαν να τους γνώριζαν, εγώ θα το πω, φαντάζομαι οτι θα χαμογελάει εκεί που είναι.πονηρά.άνθρωποι που αγαπήθηκαν τόσο πολύ δεν χωρίζουν. απλά.
Αγαπητέ Ναυτίλε,
ΑπάντησηΔιαγραφήάκου να δεις πως έχουν τα πράγματα, τα τελευταία 2 χρόνια διάβαζα για να τελειώσω το μεταπτυχιακό μου. "Εριξα" τόσο διάβασμα που (για να καταλάβεις) από το καλοκαίρι δεν θέλω να διαβάζω ούτε τους υπότιτλους στην τηλεόραση....Και μόλις τώρα, αφού διάβασα αυτά που έγραψες, ως δια μαγείας ΘΕΛΩ πάλι να διαβάσω βιβλία. Γιατρεύτικα!!!
Μπαίνω συχνά στο μπλογκ σου αλλά δεν κάνω σχόλια,σήμερα όμως δεν μπορούσα να μη σου γράψω! Και το κερασάκι στην τούρτα; Με έχεις βάλει στα links σου. Σε ευχαριστώ!
Πάνω σ' έναν ξένο λόγο...
ΑπάντησηΔιαγραφήΤέλη φθινοπώρου, κόβοντας απ' τα στενά, το βρήκα μπροστά μου. Πέρασα ξανά μόνο και μόνο για τη φωτογραφία.
Τη δεκαετία του '80 είχα την αίσθηση ("ως νήπιος ελογιζόμην") ότι αναφερόταν μόνο στα σπίτια. Τώρα νομίζω πιο πολύ αφορά στους ανθρώπους.