
Χωρίς συμβιβασμό στο ύψος των δαπανών και στην κατανομή τους, η Ένωση κινδυνεύει να περιορίσει τις φιλοδοξίες της ακριβώς τη στιγμή που οι γεωπολιτικές και οικονομικές πιέσεις απαιτούν μεγαλύτερη συλλογική δράση
Η ενεργειακή κρίση, η χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2028-2034 και η εμπορική αντιπαράθεση με την Κίνα βρίσκονται στο επίκεντρο της διήμερης Συνόδου Κορυφής που ξεκίνησε σήμερα, Πέμπτη 15 Οκτωβρίου, στις Βρυξέλλες.
Οι 27 ηγέτες καλούνται να αναζητήσουν κοινές απαντήσεις σε μια συγκυρία αυξημένων τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, εντεινόμενων γεωπολιτικών κινδύνων και βαθιών διαφωνιών για το πού πρέπει να κατευθυνθούν οι ευρωπαϊκοί πόροι.
Η συζήτηση για την ενέργεια άνοιξε τις εργασίες, με την Ελλάδα και την Ιταλία να ζητούν μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Την ίδια ώρα, χώρες όπως η Γερμανία και η Σουηδία επιμένουν σε αυστηρότερο έλεγχο των δαπανών, ενώ έξι κράτη ζητούν νέα αναβολή του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας εκπομπών για τις μεταφορές και τα κτίρια. Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης η εμπορική συμφωνία με την Κίνα για τα υβριδικά αυτοκίνητα, καθώς και η αναθεωρημένη πρόταση για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό, η οποία εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τις απαιτήσεις τόσο των κρατών-μελών όσο και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Η Σύνοδος εξελίσσεται παράλληλα υπό τη σκιά της συμφωνίας Ντόναλντ Τραμπ – Βλαντίμιρ Πούτιν για τις ρωσικές προμήθειες ντίζελ, των αμφιβολιών για τη σταθερότητα της αμερικανικής στήριξης προς την Ουκρανία και των νέων κινδύνων για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα. Η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει πώς θα προστατεύσει την οικονομία και την ενεργειακή της επάρκεια, χωρίς να εγκαταλείψει τους κλιματικούς στόχους και τις δεσμεύσεις της προς το Κίεβο.
Ενεργειακή κρίση: Πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια και φυσικό αέριο σε υψηλά επίπεδα
Το πρώτο και πιο άμεσο πρόβλημα για τους Ευρωπαίους ηγέτες είναι το κόστος της ενέργειας. Το πετρέλαιο εξακολουθεί να διαπραγματεύεται πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, παρά την πρόσφατη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων από τις χώρες της G7, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν επιστρέψει σε επίπεδα που παραπέμπουν στον χειμώνα του 2022.
Η τιμή αναφοράς του φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά, στο ολλανδικό χρηματιστήριο TTF, κινείται σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη Σύνοδο κοντά στα 86-87 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Πρόκειται για επίπεδα σχεδόν τριπλάσια σε σχέση με την περίοδο πριν από την έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν, τον Φεβρουάριο, ενώ τα αποθέματα στις υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης παραμένουν χαμηλότερα από τον μέσο όρο.
Η κατάσταση είναι ακόμη πιο πιεστική στην αγορά του ντίζελ. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί ότι η προσφορά θα παραμείνει περιορισμένη για μεγάλο μέρος του 2027 και ότι οι τιμές χονδρικής στην Ευρώπη ενδέχεται να αυξηθούν ξανά τις επόμενες εβδομάδες. Παρότι οι τιμές έχουν υποχωρήσει από τα επίπεδα-ρεκόρ του Σεπτεμβρίου, παραμένουν πολύ υψηλότερες από τα προ κρίσης επίπεδα.
Οι επιπτώσεις μεταφέρονται στην παραγωγή, στις μεταφορές, στη γεωργία και τελικά στις τιμές των προϊόντων. Η ενεργειακή ακρίβεια απειλεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές οικονομίες προσπαθούν να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συζητούνται στις Βρυξέλλες, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έφθασε το 3% τον Σεπτέμβριο. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και αυξάνει τις πιέσεις στις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στους κλάδους με υψηλή κατανάλωση ενέργειας.
Το πρόβλημα επιβαρύνεται από τις πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, οι οποίες δυσχεραίνουν την αποκατάσταση των εφοδιαστικών ροών και περιορίζουν τις προσδοκίες για γρήγορη αποκλιμάκωση των τιμών.
Μητσοτάκης: Η Ευρώπη χρειάζεται άμεση και μεγαλύτερη ευελιξία
Η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να εξασφαλίσει ευρωπαϊκή πολιτική κάλυψη για πρόσθετα, προσωρινά και στοχευμένα μέτρα στήριξης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι το σχέδιο συμπερασμάτων της Συνόδου, όπως είχε διαμορφωθεί κατά την έναρξη των εργασιών, δεν αποτυπώνει την επείγουσα διάσταση της ενεργειακής κρίσης.
Η ελληνική θέση είναι ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου, χωρίς να ανοίξει συνολικά η συζήτηση για ανατροπή των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων. Η Αθήνα ζητά μεγαλύτερη ευχέρεια για τη χρηματοδότηση μέτρων που θα ανακουφίζουν τα ευάλωτα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που πλήττονται περισσότερο.
Η προσέγγιση αυτή επιδιώκει να συνδυάσει την άμεση παρέμβαση με τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας. Η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει την επέκταση της εθνικής ρήτρας διαφυγής για την ενεργειακή ασφάλεια, η οποία αντιστοιχεί σε περίπου 700 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2026-2027, αλλά επιδιώκει να διευρύνει τα περιθώρια αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων.
Η Αθήνα δεν ζητά, επομένως, μια συνολική αναθεώρηση του δημοσιονομικού πλαισίου, αλλά τη δυνατότητα να προσαρμόζει τα μέτρα στις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Κομισιόν θα επιτρέψει μεγαλύτερη ευελιξία χωρίς να δημιουργηθεί προηγούμενο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων.
Ο Πρωθυπουργός τόνισε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ότι τα συμπεράσματα δεν ανταποκρίνονται στον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης που δημιουργούν οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη ευελιξία εντός του υφιστάμενου δημοσιονομικού πλαισίου, προκειμένου να προσφέρουμε στοχευμένα, προσαρμοσμένα και προσωρινά μέτρα στήριξης σε ευάλωτα νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
«Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν από εκείνο το μέρος της αύξησης των δημόσιων εσόδων που προκύπτουν λόγω του υψηλότερου πληθωρισμού, με παράλληλη διασφάλιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας. “Πρέπει να γεφυρώσουμε το χάσμα ανάμεσα στην ανάγκη να δράσουμε και στη δυνατότητά μας να το πράξουμε», τόνισε.
Υπογράμμισε επίσης την επείγουσα ανάγκη επανεξέτασης βασικών χαρακτηριστικών του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS). Παρότι το ETS θα πρέπει να παραμείνει βασικός πυλώνας της στρατηγικής της ΕΕ για την απανθρακοποίηση, δεν μπορεί να λειτουργεί σαν να μην έχουν αλλάξει οι συνθήκες από την χρονική στιγμή υιοθέτησή του.
Αντίστοιχη πίεση ασκεί η Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι, η οποία επιδιώκει μεγαλύτερα περιθώρια για την εφαρμογή προσωρινών μέτρων ανακούφισης. Άλλες κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι η αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί συντονισμένη ευρωπαϊκή δράση, καθώς οι διαφορές στις εθνικές δυνατότητες χρηματοδότησης μπορούν να δημιουργήσουν νέες ανισότητες στην ενιαία αγορά.
Φόρος στα υπερκέρδη και κρατικές ενισχύσεις στο τραπέζι
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξετάζουν διαφορετικά εργαλεία για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται προσωρινές φορολογικές ελαφρύνσεις, ενισχύσεις προς τα ευάλωτα νοικοκυριά, διεύρυνση της κρατικής στήριξης προς τις ενεργοβόρες βιομηχανίες και η επιβολή έκτακτης φορολόγησης σε υπερκέρδη που συνδέονται με την κρίση.
Η πρόκληση είναι να σχεδιαστούν μέτρα που θα έχουν άμεσο αποτέλεσμα χωρίς να επιβαρύνουν υπέρμετρα τους κρατικούς προϋπολογισμούς ή να διαταράξουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών-μελών. Μια χώρα με μεγαλύτερα δημοσιονομικά περιθώρια μπορεί να επιδοτήσει περισσότερο την ενέργεια για τις επιχειρήσεις της, δημιουργώντας πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών της σε κράτη με υψηλότερο δημόσιο χρέος ή αυστηρότερους περιορισμούς δαπανών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει επιλογές για την παράταση της προσωρινής κρατικής στήριξης προς τις βαριές βιομηχανίες που πλήττονται από τις υψηλές τιμές. Παράλληλα, εξετάζεται η ενίσχυση της ευρωπαϊκής διυλιστικής ικανότητας, η οποία έχει υποχωρήσει σημαντικά από το 2009, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ευαισθησία της αγοράς σε διαταραχές της προσφοράς.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και η διαχείριση της ζήτησης. Οι κυβερνήσεις εξετάζουν τη δυνατότητα εθελοντικού συντονισμού της κατανάλωσης ενέργειας, ιδιαίτερα σε καύσιμα όπως το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα, ώστε να περιοριστούν οι ελλείψεις και να αποτραπούν φαινόμενα μαζικών αγορών που θα μπορούσαν να επιτείνουν τις ανατιμήσεις.
Δεν υπάρχει, ωστόσο, μία λύση που να μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι διαφορετικές ενεργειακές υποδομές, το μείγμα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η εξάρτηση από εισαγωγές και οι δημοσιονομικές δυνατότητες κάθε χώρας καθιστούν δύσκολη τη διαμόρφωση ενιαίας πολιτικής.

Η μάχη για το ETS2 και η σύγκρουση για την πράσινη μετάβαση
Η ενεργειακή κρίση επαναφέρει στο προσκήνιο τη διαφωνία για το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών και ειδικότερα για το ETS2, το οποίο αφορά τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στις οδικές μεταφορές και στα κτίρια.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει τη μετάθεση της εφαρμογής του συστήματος από το 2027 στο 2028. Ωστόσο, έξι χώρες —η Ελλάδα, η Ιταλία, η Πολωνία, η Τσεχία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία— επιδιώκουν νέα αναβολή τουλάχιστον έως το 2030, υποστηρίζοντας ότι η επιβάρυνση των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων θα είναι ιδιαίτερα μεγάλη όσο οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλές.
Η πρωτοβουλία βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση και οι διαβουλεύσεις συνεχίζονται. Η παρουσία της Ελλάδας μεταξύ των χωρών που ζητούν μεγαλύτερη χρονική μετάθεση αποτυπώνει την προσπάθεια της Αθήνας να περιορίσει το πρόσθετο κόστος που θα μπορούσε να μεταφερθεί στους καταναλωτές.
Το ETS2 αποτελεί επέκταση της ευρωπαϊκής πολιτικής τιμολόγησης του άνθρακα. Στόχος του είναι να δημιουργήσει οικονομικά κίνητρα για τη μείωση των εκπομπών από τις μεταφορές και τη θέρμανση, επιβαρύνοντας σταδιακά τα ορυκτά καύσιμα. Οι επικριτές του, ωστόσο, θεωρούν ότι η εφαρμογή του σε συνθήκες ενεργειακής κρίσης μπορεί να αυξήσει περαιτέρω το κόστος μετακίνησης και θέρμανσης, ιδίως για τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα.
Στην αντίθετη πλευρά, οι χώρες του Βορρά υπερασπίζονται το σύστημα ως βασικό εργαλείο της πράσινης μετάβασης. Ο πρωθυπουργός της Φινλανδίας, Πέτερι Όρπο, τάχθηκε υπέρ άμεσων μέτρων για τη συγκράτηση των τιμών, αλλά υπογράμμισε ότι η Ευρώπη πρέπει να επιμείνει στη μείωση της εξάρτησής της από τα ορυκτά καύσιμα.
Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο την ημερομηνία εφαρμογής του ETS2. Αναδεικνύει το ευρύτερο ερώτημα εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να διατηρήσει τους κλιματικούς στόχους της, προστατεύοντας παράλληλα τη βιομηχανική παραγωγή και την κοινωνική συνοχή σε μια περίοδο υψηλού ενεργειακού κόστους.
Ο Μητσοτάκης ζήτησε αναθεώρηση βασικών χαρακτηριστικών του συστήματος εμπορίας εκπομπών, υποστηρίζοντας ότι η ευρωπαϊκή πολιτική πρέπει να προσαρμοστεί στις νέες διεθνείς συνθήκες. Η ελληνική θέση είναι ότι η απανθρακοποίηση παραμένει στρατηγικός στόχος, αλλά ο σχεδιασμός των μέτρων δεν μπορεί να αγνοεί την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Κίνα: Η συμφωνία για τα υβριδικά αυτοκίνητα και η εμπορική άμυνα της ΕΕ
Στη διάρκεια του γεύματος των Ευρωπαίων ηγετών, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, παρουσιάζει τη συμφωνία που επιτεύχθηκε με το Πεκίνο για τον περιορισμό των εισαγωγών κινεζικών υβριδικών αυτοκινήτων.
Η συμφωνία, την οποία ανακοίνωσε την προηγούμενη Παρασκευή ο αρμόδιος επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς, προβλέπει αρχικά ανώτατο όριο 350.000 οχημάτων ετησίως για τις σχετικές εισαγωγές, με έναρξη εφαρμογής το 2027. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι εισαγωγές υβριδικών αυτοκινήτων από την Κίνα θα φθάσουν περίπου τις 800.000 το 2026.
Η συμφωνία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να περιοριστεί η πίεση που δέχεται η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία από τις κινεζικές εισαγωγές. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένο ανταγωνισμό, καθώς οι Κινέζοι κατασκευαστές αξιοποιούν το χαμηλότερο κόστος παραγωγής και την ισχυρή θέση τους στην ηλεκτροκίνηση και στις υβριδικές τεχνολογίες.
Η συμφωνία δεν κλείνει, πάντως, τη διαπραγμάτευση. Η Κομισιόν επιδιώκει να εξασφαλίσει πολιτική στήριξη από τους ηγέτες για τη συνέχιση των συνομιλιών με το Πεκίνο και για την ενίσχυση των εμπορικών μέτρων προστασίας της ενιαίας αγοράς.
Η διαφορά στο εμπορικό ισοζύγιο ΕΕ – Κίνας αποτελεί βασικό σημείο ανησυχίας. Το έλλειμμα της Ένωσης στις συναλλαγές αγαθών με την Κίνα έχει φθάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, περίπου 360 δισ. ευρώ, εντείνοντας τις πιέσεις για αυστηρότερους όρους πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά.
Στη Γαλλία και τη Γερμανία καταγράφεται ισχυρή κοινωνική υποστήριξη για αυστηρότερη αντιμετώπιση των κινεζικών εισαγωγών. Ωστόσο, τα κράτη-μέλη δεν έχουν ταυτόσημα συμφέροντα: ορισμένες οικονομίες επιδιώκουν την προστασία της εγχώριας παραγωγής, ενώ άλλες φοβούνται αντίποινα από το Πεκίνο και επιπτώσεις στις ευρωπαϊκές εξαγωγές.
Το ζητούμενο για την ΕΕ είναι να περιορίσει τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, χωρίς να οδηγηθεί σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση με τον μεγαλύτερο εμπορικό της ανταγωνιστή. Η συζήτηση για τα αυτοκίνητα αποτελεί, συνεπώς, μέρος μιας ευρύτερης αναμέτρησης για το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Προϋπολογισμός 2028-2034: Το χάσμα των 316 δισ. ευρώ
Η πιο δύσκολη πολιτική διαπραγμάτευση αφορά τον επόμενο Πολυετή Δημοσιονομικό Προϋπολογισμό της ΕΕ, για την περίοδο 2028-2034. Η νέα συμβιβαστική πρόταση της ιρλανδικής προεδρίας του Συμβουλίου προβλέπει συνολικό ύψος 1,622 τρισ. ευρώ σε τιμές 2025, μειωμένο κατά περίπου 141 δισ. ευρώ σε σχέση με την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το ποσό απέχει σημαντικά από την πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο διεκδικεί προϋπολογισμό ύψους 1,938 τρισ. ευρώ. Η διαφορά των 316 δισ. ευρώ αποτυπώνει το βάθος της διαφωνίας για το μέγεθος των κοινών ευρωπαϊκών δαπανών και τις προτεραιότητες της επόμενης επταετίας.
Η συζήτηση αφορά τον πυρήνα της ευρωπαϊκής πολιτικής. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι κυβερνήσεις που ζητούν περιορισμό των συνολικών δαπανών και μεγαλύτερη έμφαση στην άμυνα, στην ασφάλεια των συνόρων και στην ανταγωνιστικότητα. Από την άλλη, κράτη που επιμένουν ότι η χρηματοδότηση της αγροτικής πολιτικής και της συνοχής δεν μπορεί να περιοριστεί για να καλυφθούν οι νέες ανάγκες.
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς χαρακτήρισε την ιρλανδική πρόταση βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά υπογράμμισε ότι ο προϋπολογισμός πρέπει να μειωθεί σημαντικά. Ο Σουηδός πρωθυπουργός Ουλφ Κρίστερσον απέρριψε ακόμη πιο κατηγορηματικά το προτεινόμενο ύψος δαπανών, χαρακτηρίζοντάς το υπερβολικό και μη αποδεκτό.
Οι δύο κυβερνήσεις εκφράζουν τη θέση των χωρών που συνεισφέρουν περισσότερα στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό από όσα εισπράττουν και επιδιώκουν να περιορίσουν τις καθαρές τους εισφορές. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και άλλες πρωτεύουσες που θέλουν να ανακατευθυνθούν πόροι προς την άμυνα, την ανταγωνιστικότητα και τον έλεγχο της μετανάστευσης.
Απέναντί τους βρίσκονται οι 17 χώρες που αυτοπροσδιορίζονται ως «φίλοι της συνοχής». Με πρωτοβουλία της Ιταλίας και της Ρουμανίας, οι κυβερνήσεις αυτές υποστηρίζουν ότι η αγροτική πολιτική και τα κονδύλια συνοχής πρέπει να προστατευθούν από νέες περικοπές. Ζητούν επίσης δικαιότερη κατανομή των βαρών και επανεξέταση των επιστροφών εισφορών που απολαμβάνουν ορισμένα κράτη-μέλη.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε αυτή τη δεύτερη ομάδα ως προς την ανάγκη προστασίας των πόρων της συνοχής και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει εκφράσει επιφυλάξεις για την πρόταση, υποστηρίζοντας ότι οι διαθέσιμοι πόροι δεν ανταποκρίνονται στις αυξημένες φιλοδοξίες της Ένωσης.
Για την Αθήνα, η διατήρηση επαρκούς χρηματοδότησης είναι κρίσιμη για τις περιφέρειες, τις αγροτικές περιοχές και τις υποδομές, αλλά και για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών και μεταναστευτικών πιέσεων. Η ανακατανομή κονδυλίων προς την άμυνα και τις νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες ενδέχεται να περιορίσει τα περιθώρια χρηματοδότησης παραδοσιακών πολιτικών, εάν δεν αυξηθούν οι συνολικοί διαθέσιμοι πόροι.
Η Ισπανία απορρίπτει επίσης την πρόταση ως ανεπαρκή. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ υποστηρίζει ότι η ΕΕ δεν μπορεί να διεκδικεί ισχυρότερο γεωπολιτικό ρόλο χωρίς να διαθέτει τα αναγκαία οικονομικά μέσα, ενώ εμφανίζεται ανοικτός στην εξέταση νέων ευρωπαϊκών εσόδων μέσω φορολογικών παρεμβάσεων.
Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης έχει προειδοποιήσει ότι οι τελικές περικοπές ενδέχεται να φθάσουν το 10%-12%, επισημαίνοντας την ανάγκη να επιτευχθεί συμφωνία πριν από το τέλος του έτους.

Γιατί ο προϋπολογισμός μπορεί να καθορίσει το μέλλον της ΕΕ
Ο επταετής προϋπολογισμός δεν είναι απλώς μια διαπραγμάτευση για αριθμούς. Καθορίζει το κατά πόσο η Ένωση θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει ταυτόχρονα την άμυνα, την ενεργειακή ασφάλεια, την τεχνολογική ανάπτυξη, την πράσινη μετάβαση, την αγροτική πολιτική και τη στήριξη των λιγότερο ανεπτυγμένων περιφερειών.
Η αύξηση των αναγκών για αμυντικές δαπάνες και για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας δημιουργεί πίεση για νέες χρηματοδοτικές προτεραιότητες. Οι κυβερνήσεις που ζητούν περικοπές υποστηρίζουν ότι η ΕΕ πρέπει να αναδιατάξει τις δαπάνες της, ενώ οι χώρες που υπερασπίζονται τη συνοχή επισημαίνουν ότι η μεταφορά πόρων από τις παραδοσιακές πολιτικές μπορεί να διευρύνει τις ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών.
Η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Ρομπέρτα Μέτσολα προειδοποίησε ότι οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να θεωρούν δεδομένη την έγκριση του τελικού συμβιβασμού από τους ευρωβουλευτές. Το Κοινοβούλιο έχει τη δική του θέση για το ύψος του προϋπολογισμού και θα πρέπει να εγκρίνει το τελικό κείμενο με απλή πλειοψηφία.
Η παρέμβασή της υπενθυμίζει ότι ακόμη και αν οι κυβερνήσεις καταλήξουν σε συμφωνία, η διαδικασία δεν θα έχει ολοκληρωθεί. Η απόσταση μεταξύ της πρότασης του Συμβουλίου και εκείνης του Κοινοβουλίου καθιστά πιθανή μια νέα περίοδο διαπραγματεύσεων.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα επιδιώκει συμφωνία έως το τέλος του έτους, αλλά η προοπτική αυτή παραμένει αβέβαιη. Οι πρωτεύουσες εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά ως προς το συνολικό ύψος των δαπανών, τις εθνικές εισφορές και την κατανομή των πόρων. Στο τραπέζι βρίσκεται και το ενδεχόμενο ειδικής Συνόδου Κορυφής τον Νοέμβριο, αφιερωμένης αποκλειστικά στον προϋπολογισμό.
Ουκρανία: Η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν και η αβεβαιότητα για την αμερικανική στήριξη
Η Παρασκευή αναμένεται να επικεντρωθεί στην Ουκρανία, με την παρουσία του Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ωστόσο, οι εξελίξεις έχουν ήδη επηρεάσει τη σημερινή συζήτηση, καθώς η συμφωνία που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ για την αγορά ρωσικού ντίζελ, με προσωρινή χαλάρωση αμερικανικών κυρώσεων, προκαλεί έντονες αντιδράσεις στην Ευρώπη.
Η Δανή πρωθυπουργός Μέτε Φρεντέρικσεν χαρακτήρισε τη συμφωνία εχθρικό μήνυμα προς την Ουκρανία και υποστήριξε ότι αποδυναμώνει τη δυτική θέση απέναντι στη Ρωσία. Εξέφρασε επίσης ανησυχία για την εξάρτηση των ευρωπαϊκών ενόπλων δυνάμεων από ιδιωτικά συστήματα δορυφορικών επικοινωνιών.
Η Ρομπέρτα Μέτσολα υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να χρειάζονται η μία την άλλη για να διασφαλίσουν την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μεταδίδονται από τις Βρυξέλλες, τα συμπεράσματα της Συνόδου αναμένεται να εκφράζουν προβληματισμό για την προσωρινή χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων στο ρωσικό ντίζελ.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η Ευρώπη προσπαθεί να διατηρήσει την οικονομική πίεση προς τη Μόσχα, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει υψηλές τιμές καυσίμων και κινδύνους εφοδιασμού. Η αγορά ρωσικών ενεργειακών προϊόντων μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση στην αγορά, αλλά ενισχύει τη ρωσική οικονομία σε μια περίοδο πολέμου.
Παράλληλα, η ουκρανική πλευρά έχει εκφράσει ανησυχία για περιορισμούς στην ανταλλαγή αμερικανικών πληροφοριών και για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν οι μεταβολές στην πρόσβαση στο δορυφορικό σύστημα Starlink. Η φιλελεύθερη πολιτική ομάδα Renew Europe ζήτησε από την ΕΕ να αναπτύξει εναλλακτικές ευρωπαϊκές δυνατότητες δορυφορικών επικοινωνιών, ώστε η άμυνα της Ουκρανίας να μην εξαρτάται από αποφάσεις ιδιωτικών εταιρειών ή της αμερικανικής κυβέρνησης.
Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ζαν-Νοέλ Μπαρό υποστήριξε ότι πλέον τα δύο τρίτα των πληροφοριών που λαμβάνει η Ουκρανία προέρχονται από ευρωπαϊκές πηγές, με σημαντική συμβολή της Γαλλίας. Η δήλωση αποτυπώνει την προσπάθεια ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να δείξουν ότι η στήριξη προς το Κίεβο μπορεί να συνεχιστεί ακόμη και εάν η αμερικανική πολιτική γίνει λιγότερο προβλέψιμη.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναμένεται να επαναβεβαιώσουν τη στήριξή τους προς την Ουκρανία και να συζητήσουν τις χρηματοδοτικές και στρατιωτικές ανάγκες της ενόψει του χειμώνα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην προστασία των ενεργειακών υποδομών και στην ενίσχυση της αντιαεροπορικής άμυνας.
Ερυθρά Θάλασσα: Οι επιθέσεις των Χούθι πιέζουν την ευρωπαϊκή ναυτική αποστολή
Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας αποτελεί ακόμη ένα πεδίο αυξανόμενης ανησυχίας. Η προγραμματισμένη Σύνοδος Ευρωπαϊκής Ένωσης – Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στις 24 Οκτωβρίου στο Ριάντ, αναβλήθηκε μετά την κλιμάκωση των επιθέσεων των Χούθι στη Σαουδική Αραβία.
Οι εξελίξεις ενισχύουν τις πιέσεις προς τα κράτη-μέλη να αυξήσουν τη συμμετοχή τους στην ευρωπαϊκή ναυτική αποστολή Aspides στην Ερυθρά Θάλασσα. Η αποστολή έχει στόχο την προστασία της εμπορικής ναυσιπλοΐας από επιθέσεις, οι οποίες μπορούν να διαταράξουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες και να αυξήσουν το κόστος μεταφοράς προϊόντων και ενέργειας.
Παρά τις εκκλήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ιταλίας για ενίσχυση της αποστολής, μέχρι στιγμής έχουν δεσμευθεί μόλις δύο επιπλέον πλοία, αριθμός χαμηλότερος από τις ανάγκες που έχουν περιγραφεί από την ευρωπαϊκή διπλωματία.
Η δυσκολία εξασφάλισης πρόσθετων ναυτικών δυνάμεων αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα: η Ευρώπη επιδιώκει να αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο στην περιφερειακή ασφάλεια, αλλά οι στρατιωτικές δυνατότητες και οι πολιτικές προτεραιότητες των κρατών-μελών παραμένουν άνισες.
Μετανάστευση και διεύρυνση: Οι επόμενες δύσκολες συζητήσεις
Στην ατζέντα της Συνόδου περιλαμβάνονται επίσης η μεταναστευτική πολιτική και η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο μεταναστευτικό, οι ηγέτες αναμένεται να εστιάσουν στην αύξηση των επιστροφών, στη δημιουργία κόμβων επιστροφής σε τρίτες χώρες και στην αντιμετώπιση της εργαλειοποίησης των μεταναστευτικών ροών.
Η συζήτηση αναμένεται να αναδείξει τις διαφορές μεταξύ κυβερνήσεων που υποστηρίζουν αυστηρότερη πολιτική επιστροφών και εκείνων που δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις διαδικασίες νομιμοποίησης και ένταξης. Η πολιτική νομιμοποίησης μεταναστών στην Ισπανία έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις από την ιταλική κυβέρνηση, με το ενδεχόμενο αντιπαράθεσης μεταξύ της Τζόρτζια Μελόνι και του Πέδρο Σάντσεθ να βρίσκεται στο προσκήνιο.
Στο πεδίο της διεύρυνσης, οι ηγέτες αναμένεται να συζητήσουν τις προοπτικές ένταξης νέων χωρών, με το Μαυροβούνιο να συγκαταλέγεται στους υποψηφίους που βρίσκονται πιο κοντά στην ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας προειδοποίησε ότι οι διμερείς διαφορές δεν πρέπει να εκτροχιάζουν τη διαδικασία ένταξης, με αφορμή τις ενστάσεις της Κροατίας απέναντι στο Μαυροβούνιο.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει ισχυρότερες θεσμικές εγγυήσεις για τα νέα μέλη και αλλαγές στον τρόπο λήψης αποφάσεων σε μια διευρυμένη Ένωση. Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμών, καθώς η προσθήκη νέων κρατών θα αυξήσει την πολυπλοκότητα των διαπραγματεύσεων και θα ενισχύσει τις πιέσεις για μεταρρυθμίσεις.
Τι διακυβεύεται για την Ευρώπη από τη Σύνοδο των Βρυξελλών
Η σημερινή Σύνοδος αποτυπώνει τη δυσκολία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαμορφώσει ενιαία απάντηση σε πολλαπλές κρίσεις ταυτόχρονα. Η ενεργειακή ακρίβεια απαιτεί άμεσα μέτρα, αλλά οι δημοσιονομικές δυνατότητες των κρατών-μελών διαφέρουν σημαντικά. Η πράσινη μετάβαση παραμένει στρατηγικός στόχος, όμως η εφαρμογή της προκαλεί αντιδράσεις όταν αυξάνεται το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η εμπορική πίεση από την Κίνα ενισχύει τα αιτήματα προστασίας της ευρωπαϊκής παραγωγής, ενώ η αβεβαιότητα για τη στάση των ΗΠΑ αναγκάζει την Ευρώπη να επανεξετάσει τις δυνατότητές της στην άμυνα και στην ενεργειακή ασφάλεια.
Πάνω από όλα, η διαπραγμάτευση για τον προϋπολογισμό 2028-2034 θα δείξει εάν οι κυβερνήσεις μπορούν να συμφωνήσουν σε κοινές προτεραιότητες και να διαθέσουν τους απαραίτητους πόρους. Χωρίς συμβιβασμό στο ύψος των δαπανών και στην κατανομή τους, η Ένωση κινδυνεύει να περιορίσει τις φιλοδοξίες της ακριβώς τη στιγμή που οι γεωπολιτικές και οικονομικές πιέσεις απαιτούν μεγαλύτερη συλλογική δράση.
Για την Ελλάδα, το άμεσο ζητούμενο είναι η εξασφάλιση μεγαλύτερης ευελιξίας απέναντι στην ενεργειακή κρίση και η προστασία των κονδυλίων που στηρίζουν την περιφερειακή ανάπτυξη και τον αγροτικό τομέα. Για την Ευρώπη συνολικά, το ερώτημα είναι αν μπορεί να συνδυάσει την οικονομική αντοχή, την κοινωνική προστασία και τη στρατηγική αυτονομία σε ένα περιβάλλον όπου οι κρίσεις δεν εξελίσσονται διαδοχικά, αλλά ταυτόχρονα.
Πρώτη δημοσίευση: ΤΟ ΒΗΜΑ, 15 Οκτωβρίου 2026
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου