Οίηση ANemos Ιουνίου 29, 2009 οίηση < αρχαία ελληνική οἴησις < οἴομαι ή οἶμαιοίηση θηλυκό η μεγάλη ιδέα που έχει κάποιος για τον εαυτό του, έπαρση, αλαζονεία>«Πιστεύω ότι έκανα ό,τι ήταν σωστό» ← Προηγούμενο Επόμενο → Σχόλια
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου