
Ιστορική και πολιτική καταλυτική σάτιρα, αλλά και πιστή στα ιστορικά γεγονότα αφήγηση, του γνωστού δημοσιογράφου Ν.Γ.Σακελλαρόπουλου.
H Iστορία των Πρωθυπουργών, των Βασιλιάδων, των Προέδρων, δηλαδή της Σύγχρονης Ελλάδας από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι σήμερα, έτσι όπως τη διηγείται με τον τρόπο του, που μοιάζει με το ύφος του Νίκου Τσιφόρου, ο Κιτσάρας, ένας λαϊκός τύπος Πειραιώτης, με άλλα λόγια ο Λαός.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: Μετά, λοιπόν, την απόλυση του Κροκιδά και την εκτέλεση, η χώρα έμεινε ρέστη από Πρωθυπουργό. Η Επαναστατική Επιτροπή, που αν ήτουνε από δεξιούς ή βασιλικούς θα την ελέγανε χούντα, αρχίνησε να ψάχνει νάβρει άλλονε. Γίνηκε, το λοιπόν, Πρωθυπουργός ένας από τα μέλη της. Ο Γονατάς. Στελάρα τον εφωνάζανε στον Στρατό, από τότε που ήτουνε υπασπιστής του Ζορμπά του αρχηγού της Επανάστασης του 1909. Πελοποννήσιος κι αυτός. Από τη Πάτρα. Και νέος. Ήτουνε δεν ήτουνε 46 χρονώνε όταν γίνηκε Πρωθυπουργός. Νοέμβριος του 1922. Και γαμήκουλας. Δεν του γλίτωνε καμιά κοκόνα. Περπατούσε κι εμάζευε γύρω του όλες τις κλώσες.[] [] Το ΄62 είχαμε και παντρολογήματα. Η Φρειδερίκω έψαχνε από μια λίστα ευγενώνε να βρει συζύγους στα παιδιά της. Τότενες, αυτός ο Χουάν Κάρλος της Ισπανίας βλέπει τη δικιά μας τη Σοφία, τη κόρη του Παυλούτσικου και της Φρειδερίκως και πέφτει ξερός. - Ναι, αλλά θέλω και προίκα! - Ε, βέβαια! Θα της δώκουμε τα σεντόνια της, τις κουβέρτες, τα κιλίμια, πετρογκάζ, φωνόγραφο με δυο δίσκους του Μαρούδα, έναν του Καζαντζίδη κι έναν του Τσαουσάκη, ραπτομηχανή, λάμπα πετρελαίου και κάτι σεμενάκια πούχουνε κεντήσει οι βασιλικές κεντήστρες. - Τι άλλο; - Θα της δώκουμε και τα τεντζερέδια της. Εμαγιέ με εθνόσημο, παρακαλώ, για να μαγειρεύει εθνοσημασμένη χυλοπίτα με κοτόπουλο. - Τι άλλο; - Θα της δώκουμε κι ένα σαλονάκι μούρλια, καρυδιά. Βαράγκη! - Τι άλλο; - Θα της δώκουμε και ψυγείο! - Τι ψυγείο; « Έχουμε και πάγου, έχουμε κι ΙΖΟΛΑ. Ότι επιθυμάτε - Τι άλλο; - Θα της δώκουμε και μια δωδεκάδα ποτήρια να μη σκύβετε να πίνετε απ τη βρύση και πονέσει η μέση σας! - Τι άλλο; - Θα της δώκουμε και δυο καφάσα Μπυράλ που δεν έχετε στην Ισπανία! - Τι άλλο; - Ε, τι άλλο; Τη κρεβατοκάμαρα την παίρνει ο γαμπρός! - Κι από μετρητό; - Θες και μετρητό ρε προικοθήρα; Νέες φασαρίες. Η Φρειδερίκω ήθελε να προικίσουμε εμείς, τη κόρη της. - Κάτσε καλά μωρή. Τα γαμησιάτικα του Μπουντραγκένιο θα τα πλερώσουμε εμείς; Νέος ξεσηκωμός. Φωνές. Αντάρα, για τα έξοδα του γάμου. Τελικά, ο Χουάν Κάρλος την επήρε πληρωμένη. Αλλά δεν του εδώκαμε ούτε σαλονάκι, ούτε τα εμαγιέ τεντζερέδια με το εθνόσημο. Είχε, λέει, δικά του. [] []Ο Κοκός, εκείνη τη περίοδο, έλεγε στους Αμερικάνους, ότι η Ελλάδα είναι σε χάος κι ότι κάποιοι τον επιέζουνε να τα βάλει με τον Παπαντρέου. -Ποιοι είν αυτοί ρε Κοκέ; - Κάτι φιλαράκια - Φοράνε αρβύλες; - Δεν σας λέω, δεν είμαι μαρτυριάρης - Έχουν αστέρια; - Έχουνε. Έναν ουρανό μ αστέρια! - Ο Γιάννης Βογιατζής σε πιέζει ρε μαλακοπίτουρα; - Αν σ αρνηθώ αγάπη μου όρκο βαρύ σου κάνω! - Η Τζένη Βάνου σε πιέζει ρε αδιάβροχε; Έλεγε ακόμη, ότι αν ο Παπαντρέου αναμιχθεί στον Στρατό, όπως είχε κάνει με τους χωροφυλάκους, θα ζητήσει τη παραίτησή του. Αλλά, δεν ήτουνε τότενες δυνατός να τα βάλλει με τον γέρο.[] [] Πετάγεται, τότενες, ο βλάχος, ο Αβέρωφ. - Πριν πάμε σε σχηματισμό κυβέρνησης, να φωνάξουμε τον Καραμανλή Οι άλλοι στραβομουτσουνιάσανε. - Που να τον εβρούμε τώρα; - Μα είναι μακριά κι εμείς καιγόμαστε - Έχουμε και διαφορά ώρας με το Παρίσι - Αφήστε μη τον εξυπνήσουμε και μας πλακώσει στα μπινελίκια Κι αρχινάνε να μοιράζουνε θέσεις. Πρωθυπουργός ο Κανελλόπουλος, αντιπρόεδρος ο Μαύρος και πάει λέγοντας.Ο βλάχος, όμως, δεν τόβαλε κάτω. Ψάχνει, βρίσκει τον Καραμανλή στο Παρίσι. Του τηλεφωνάει. - Εμπρός, εμπρός ποιος είναι; - Ο Αβέρωφ - Ποιος είναι ρε; Δεν ακούω καλά - Αυτό το ξέρουμε, ο Βαγγέλης είμαι, ο Αβέρωφ - Ποιός; - Ο Αβέρωφ ρε κουφάλογο! - Ποιός; - Α- βέ- ρωφ! Α-βέ-ρωφ! - Ποιος ωφ ρε; Δεν μιλάω με κουμμούνια - Ο Αβέρωφ ρε, ο Αβέρωφ - Ααααα, έλα ρε, τι κάνεις, τα παιδιά καλά; Τ αμπέλια, τα τυριά; - Κουφέ ακούς; Πάρε αερόπλανο, πάρε παπόρο, έλα με τα πόδια, έλα κολυμπώντας, πάντως έλα Μιλάει ο Καραμανλής στο τηλέφωνο με τον Γκιζίκη, μιλάει με τους αρχηγούς του Στρατού, του λένε τα δικά τους, ακούει τα μισά, ψήνει και τον κολητάρι του, τον Ζισκάρ ντ Εστέν, να του δώκει τ αερόπλανό του για να γυρίσει πίσω στο πιτς φυτίλι και φτάνει στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου τα ξημερώματα. Ξημέρωνε η μέρα πούπεφτε η χούντα! [] [...]Κώστας Σημίτης Μετά τη παραίτηση του Αντρέα, γίνονται εσωκομματικές εκλογές στο ΠαΣοΚ για να δούνε ποιος θάναι αρχηγός και μαζί Πρωθυπουργός. Βάνουνε υποψηφιότητα ο Τσοχατζόπουλος πούλεγε ότι εκπροσωπάει τους αντρεϊκούς, ο Σημίτης πούλεγε ότι εκπροσωπάει τους εκσυγχρονιστές κι ο Αρσένης, που εκπροσώπαγε τον εαυτό του κι όσους δεν θέλανε τους άλλους δυο. Ο Σημίτης νικάει και γίνεται Πρωθυπουργός. Μόλις γίνεται αυτό, ξεσπάει μεγάλη κρίση με τους Τούρκους στο Αιγαίο με θέμα σε ποιον ανήκουνε κάτι βραχονησίδες, τα Ίμια. Τούρκοι κομάντος πιάνουνε στον ύπνο τους δικούς μας, ανεβαίνουνε σ ένα ξερονήσι και μπήζουνε στις πέτρες τη σημαία τους. Αφού ξυπνήσανε οι ναυάρχοι κι οι στρατηγοί στο πεντάγωνο, στέλνουνε δικούς μας να ανακαταλάβουνε τα Ίμια, γίνεται της πουτάνας, πέφτει ένα ελικόπτερό μας και σκοτώνονται τρία παλικάρια. Όλοι μιλάνε για μεγάλη κρίση που μας οδηγάει σε πόλεμο. Στο πεντάγωνο ο Σημίτης τσακώνεται με τους ναυάρχους, κι ο Πάγκαλος πούτανε υπουργός εξωτερικώνε, ζητάει τη συνδρομή των Αμερικάνων. Αυτοί μεσολαβάνε κι επικοινωνάνε με τους Τούρκους. - Τι κάνετε ρε νούμερα για ένα κομμάτι πέτρες; - Βάϊ, βάϊ, μάι φρέντς είναι δικά μας τα Καρντάκ! - Ίμια τα λένε ρε φέσια! - Βάϊ, βάϊ, ό,τι πεις εσύ εφέντη μ! - Κάντε κράτει και παγαίνετε να δείτε τη Φενέρ Μπαξέ Στη συνέχεια επικοινωνάνε μ εμάς. - Τι κάνετε ρε μαλάκες για ένα κομμάτι πέτρες; - Είναι η γη των πατεράδων μας πλανητάρχες μας - Ζούσαν στα Καρντάκ οι πατεράδες σας; - Ίμια τα λένε πλανητάρχες μας! - Κάντε κράτει και παγαίνετε να δείτε τη Πανάθα να νικάει τον ’γιαξ μεσ το ’μστερνταμ με γκολάρα του Βαζέχα! - Όλα τα ξέρετε πλανητάρχες μας! Έτσι, το λοιπόν, κάνουνε πίσω οι βαϊβάϊδες, κάνουμε πίσω κι εμείς και στο παρά ένα γλιτώνουμε τον πόλεμο. Παγαίνει την άλλη μέρα στη Βουλή ο Σημίτης κι εκεί που μιλάει αμολάει ένα θένκιου στους Αμερικάνους για τη μεσολάβησή τους. - Είσαι προδότης! λένε οι άλλοι - Είσαι υποτελής! - Είσαι οσφυοκάμπτης στους Αμερικάνους! - Τι νάκανα ρε παιδιά, πόλεμο; [...] Το καλοκαίρι του ΄96, Ιούνιος ήτουνε, πεθαίνει ο Αντρέας. Κι ο κόσμος συγκινιέται γιατί ο Αντρέας μπορεί να τον εδούλεψε κανονικά, αλλά τον έκανε να αισθάνεται δυνατός, μέρος του παιχνιδιού και της εξουσίας. Ο Αντρέας, ήτουνε μαέστρος του λόγου, κι έκανε τους Έλληνες να πιστεύουνε ότι είναι οι αγαπημένοι του Θεού στη γη. Χώρια που οι μισοί, που τα χρόνια πριν από αυτόνε ήτουνε μιάσματα, με αυτόνε νιώσανε κι αυτοί ισχυροί. Ο Αντρέας, με τη συνθηματολογία και τον κούφιο φιλοκουμουνισμό του, πήρε με το μέρος του τα απλά κουμούνια κι εξασφάλισε ψήφους και κοινωνική ειρήνη. Τέλος πάντωνε. Τον ’υγουστο του ΄96, ξεσπάνε νέες ταραχές στη Κύπρο και σκοτώνονται κάποιοι Κύπριοι απ΄ τους Τούρκους, ο Σολωμού κι ο Ισαάκ. Ξαναγίνεται μανούρα, αρχινάνε κάποιοι να λένε ότι ο Σημίτης φταίει πούναι ενδοτικός και τέτοια. - Τι να κάνει ρε παιδιά, πόλεμο; - Όχι, να δει το μέλλον! Πιάνεται απ αυτό ο Σημίτης που τούχανε βγάλει παρατσούκλι και τον εφωνάζανε κινέζο, και λέει πάμε σε εκλογές. Και βγάνει το σύνθημα ψηφίστε ΠαΣοΚ γιατί το μέλλον δεν περιμένει. - Κα- ρδί- τσα, Κα- ρδί- τσα! απαντάει ο Έβερτ απ ένα μπαλκόνι. - Τι λες ρε συ; - Κα-ρδί-τσα, Κα- ρδί- τσα! ο χοντρός. Με τις εκλογές δεν ασχολήθηκε κανένας εκτός από τους υποψήφιους, τους δημοσιογράφους και τη τελεόραση. [] Είμαστε ο λαός ρεεεεεεεεεεε! - Φέρτε τα ψάρια ρε μαγκόπουλα να την εκάνουμε ταράτσα και σε εκατό χρόνια, καλά νάμαστε, συνεχάμε. Από τον Κωστάκη τον Καραμανλή κι ύστερα Είμαστε ο λαός ρεεεεεεεεεεε..! Κι εμείς αγαπάμε αυτόν τον τόπο περισσότερο απ αυτούς που θέλουνε να τον υπερετήσουνε ή τον υπερετάνε. Για εμάς ρε μόρτες, η Ελλάδα είναι η καλύτερη γκομενούλα. Μια γκομενούλα, όμως, που μας συμπεριφέρεται σκληρά. Απάνθρωπα. Γιατί την έχουν κατακλύσει δημόσιοι υπάλληλοι που μισάνε τους άλλους ανθρώπους που δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Γιατί έτσι τους ορμήνευσαν να μας κάνουνε όλοι αυτοί που θέλανε το καλό μας. Βάλτε ρε σεις μια κούπα κρασί Εμείς αντέχουμε στον πανταμά (*55). Αυτοί πεθαίνουνε. Είμαστε ο λαός ρεεεεεεεεεεε.! Που μετά τη μικρασιατική καταστροφή, από τον Αύγουστο του ΄22 μέχρι τα σήμερα, έχουμε φάει στη μάπα χούντες, εκθρονίσεις κι ενθρονίσεις βασιλιάδωνε, αντιβασιλιάδες, δεκάδες πρωθυπουργούς, προέδρους δημοκρατίας, βουλευτάδες του λαού, βουλευτάδες του εαυτού τους και βουλευτάδες άλλων αφεντάδωνε. Κι όμως ζούμε. Αναπνέουμε. Είμαστε ο λαός ρεεεεεεεεεεε.! Και πρέπει να βλέπουμε το αύριο αφού θυμόμαστε το παρελθόν. Γιατί οι εξελίξεις ρε μάγκες, είναι ίδιες μ όσα γινήκανε πίσω αφού τις προκαλάνε ανθρώποι. Που πάντα, γαμώ το γένος μας, έχουνε τα ίδια πάθη. Τσακώστε ρε ταζέδες να καπνίσουμε ένα Ελλάς Σπέσιαλ άφιλτρο! | |
| | Ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Οικονομικά και πήρε πτυχίο εκτελωνιστή. Είναι από τους πρωτεργάτες της «Ελεύθερης Ραδιοφωνίας», με την ενασχόλησή του από το 1987 στο «Κανάλι 1» του Πειραιά και, στη συνέχεια, σε άλλα ραδιόφωνα. Ασχολήθηκε πολλά χρόνια με την παραγωγή στη δισκογραφία, ενώ στη δημοσιογραφική του πορεία πέρασε πολλά χρόνια στο πολιτικό ρεπορτάζ. Διετέλεσε Γενικός Διευθυντής στην εφημερίδα «Sportime», εκδότης και διευθυντής στην «Αθλητική Ηχώ», διευθυντής στην «Πειραϊκή Πολιτεία» και διευθυντής στο περιοδικό «Match Ball. Είναι το πρώτο τoυ βιβλίο. |
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου