Low bap: 13 χρόνια μετά



«…να υποστηρίζεις το λόγο σου με τη ζωή σου!»

Πέραμα, Κερατσίνι, Δραπετσώνα, Αιγάλεω αλλά και Σταυρούπολη, Εύοσμος, Κορδελιό, Μενεμένη. Στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Δίπλα στις λαχαναγορές και τα παλιά σφαγεία, στα εργοστάσια που κλείνουν, στα παλιά στρατόπεδα, στις χωματερές και τις ναυπηγοεπισκευαστικές ζώνες, στους πυλώνες υψηλής τάσης και κάτω από τις γέφυρες που περνούν οι νέοι εθνικοί άξονες. Στις υποβαθμισμένες περιοχές. Στις παρυφές ενός πολιτισμού που καταρρέει αργά, χωρίς πάταγο, κινούμενος σαν εκκρεμές ανάμεσα σε μια τηλεοπτική χαζοχαρά και στην αγωνία για το αύριο. Εκεί που τα εγγόνια και τα δισέγγονα των προσφύγων του ’22 παλεύουν με την ανεργία και τον κοινωνικό αποκλεισμό, ανταλλάσσοντας τα όνειρά τους με ένα ναυτικό φυλλάδιο για να μπαρκάρουν με το επόμενο γκαζάδικο.
Από εκεί, έξω από τα τείχη των πόλεων, ακούγονται κάτι παράξενες μουσικές. Κάτι τραγούδια που δε μοιάζουν με τραγούδια αλλά με ρυθμική πρόζα. Λέξεις που εκτοξεύονται με ρυθμό πολυβόλου. Ηχοι που ανακατεύονται με το θόρυβο από τις νταλίκες, τις κομμένες εξατμίσεις των κλεμμένων μηχανών και τα ξεκούρδιστα ηλεκτρικά μπουζούκια των σκυλάδικων, τις τηλεοράσεις που σιγοκαίν τους παρουσιαστές τους. Ολα ξεκίνησαν πριν από 13 σχεδόν χρόνια.
Είναι 20 Ιουνίου 1992. Το χιπ χοπ αποβιβάζεται και επίσημα στα λιμάνια της Ελλάδας και χώνεται στις φτωχογειτονιές, στις προσφυγικές και τις εργατικές πολυκατοικίες, στα σχολεία με τα σπασμένα τζάμια και τα ταβάνια που στάζουν αδιαφορία, στα τοστάδικα δίπλα στα συνεργεία. Οι Public Enemy κάνουν την πρώτη τους συναυλία στη Νίκαια. Ο χώρος γεμάτος από τα τρίτης γενιάς προσφυγόπουλα 15 έως 20 χρόνων, από τον Κορυδαλλό, το Περιστέρι, την Κοκκινιά, με φαρδιά παντελόνια -κληρονομιά από τα μεγάλα τους αδέλφια-, σκούρα μπουφάν, φούτερ με κουκούλα, με νύχια ποτισμένα με τα γράσα από την πρωινή δουλειά. «I' am taking no prisoners, taking no shorts…» και μετά όλος ο τόπος να δονείται με το «Yo! Bum rush the show». Εκείνο το βράδυ πρέπει να σκίστηκαν και να κάηκαν χιλιάδες αφίσες της Αννας Βίσση, του Σάκη Ρουβά και της Σοφίας Αρβανίτη από τους τοίχους των παιδικών δωματίων. Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Μπομπ Μάρλεϊ, ακόμη και οι «Talking Heads» παραμέρισαν, να κάνουν χώρο για τους James Bomb, Glen Friedman, Hank Shocklee, Chuck D, Pop Diesel Bum Rush στα εφηβικά ντουβάρια.
Το ίδιο βράδυ δυο παιδιά, ο Μιχάλης -«B. D. Foxmoor»- Μυτακίδης και ο Νικήτας -«X. RAY»- Νιλς Κλιντ, που ήταν στη συναυλία, αποφασίζουν όχι απλώς να σκίσουν τις αφίσες της μοίρας τους, αλλά να γκρεμίσουν ολόκληρο τον τοίχο με μια βαριοπούλα που αργότερα απέκτησε και όνομα: low bap. Ιδρύουν το πρώτο ελληνικό συγκρότημα χιπ χοπ μουσικής, τους Active Member.
Το «χαμηλό σε συχνότητες χτύπημα της μπότας των ντραμς δονεί ολόκληρο το Πέραμα και μεταδίδεται σαν αρχέγονο μήνυμα σε όλες τις «δυτικές συνοικίες» της Ελλάδας. Σαν έτοιμοι από καιρό, οι πιτσιρικάδες με τα φαρδιά παντελόνια που μεγάλωσαν μέσα στην άχρωμη δεκαετία του ’80 αγκαλιάζουν το νέο ήχο. Τον ήχο που είχε ξεκινήσει είκοσι χρόνια νωρίτερα, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, σε μια αντίστοιχη γειτονιά της Νέας Υόρκης, το Μπρονξ. Οσοι ήξεραν μουσική άρχισαν να παράγουν δικά τους κομμάτια, να «σαμπλάρουν» τα αγαπημένα τους. Αλλοι έπιασαν να γράφουν στίχους. Αλλοι άρπαξαν τα σπρέι κι άρχισαν να γεμίζουν την γκρίζα πόλη με χρώματα σαν γνήσιοι συνεχιστές του Takis 183, του Ελληνομερικανού από την Ουάσινγκτον που το 1973 σχεδίασε το πρώτο γκράφιτι στην ιστορία του σύγχρονου πολιτισμού.
Η «Διαμαρτυρία», ο πρώτος τους δίσκος, κυκλοφορεί μόνο σε 300 αντίτυπα αλλά ανάβει μια φωτιά που είναι πολύ δύσκολο πλέον να σβήσει. «O πυρήνας των ανθρώπων που πίστεψαν στην προσπάθεια αυτή», λένε οι ίδιοι, «οργανώθηκε καλύτερα και έτσι δημιουργήθηκε η Freestyle Productions. Η ανάγκη που έσπρωξε κάποιους ανθρώπους να εμπνευστούν μια μουσική και κοινωνική κατάσταση, όπως είναι το low bap, ήταν κατ’αρχάς θέμα καλλιτεχνικής ανησυχίας και κατά δεύτερον θέμα οργάνωσης, επιβίωσης και αυτοσυντήρησης της ίδιας της κατάστασης».
Την εβδομάδα που μας πέρασε ο B. D. Foxmoor παρουσίασε την πέμπτη προσωπική δισκογραφική του δουλειά, όπου ενώνει τη φωνή του με πολλούς καλλιτέχνες της χιπ χοπ σκηνής του εξωτερικού, καθώς και με πολλούς από τους παλιούς «συμπαίκτες» του στο παιχνίδι-όνειρο που ο ίδιος είχε ονομάσει low bap. Ανάμεσα σε άλλους συμμετέχουν ο Rodney P, ο Skitz, o MCD, o Doc Brown, οι Extremists, οι Phy Life Cypher, ο Sabac από τους Non Phixion, o Shi από το Ισραήλ, ο Palestine από την Παλαιστίνη και οι Foreign Beggars. Ακόμη, συνεργάζεται με τη Sadahzinia, Τοτέμ και όλη σχεδόν τη low bap παρέα του, ακόμη και με το γιο του, Ramon.
Μετά από 13 χρόνια με δεκάδες δισκογραφικές δουλειές και αμέτρητες συναυλίες σε όλη την Ελλάδα -το περασμένο Σάββατο είδαμε τους Active Member στο «Μύλο»-, το low bap μοιάζει να έχει ξεφύγει από τα στενά όρια μιας ακόμη μουσικής σκηνής. Είναι ένα κοινωνικό μόρφωμα που διαποτίζει όλες τις τέχνες και ολόκληρη την κοινωνία. (Ηδη από το 2002 άνοιξε στο Πέραμα ένα βιβλιοπωλείο, η «Χρονορωγμή», και ο ίδιος χώρος λειτουργεί σήμερα και ως μουσείο χιπ χοπ. Απέναντι ακριβώς υπάρχει ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Πράξια», όπου ο κόσμος του low bap συγκεντρώνεται για συζητήσεις, φεστιβάλ ταινιών, εκθέσεις φωτογραφίας και σκίτσου κ.λπ. Τον καιρό αυτό συλλέγεται το οπτικό υλικό για ένα δεύτερο ντοκιμαντέρ σχετικά με το low bap, δεδομένης της επιτυχίας του πρώτου).
Δίπλα στα δισέγγονα των προσφύγων της Ιωνίας, στα παιδιά και τα εγγόνια των εσωτερικών μεταναστών και των παλιννοστούντων, δίπλα στους Τσιγγάνους και τους Πομάκους, ήρθαν να ζήσουν παιδιά από τον Πόντο και τη Βόρεια Ηπειρο, παιδιά από την Αλβανία, τη Γεωργία, την Πολωνία, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, την Ινδία, την Γκάνα και την Κένια. Αν όχι οι ίδιοι, τα δικά τους παιδιά θα φέρουν το δικό τους ήχο. Το low bap θα είναι πάντα εκεί για να τους αγκαλιάσει, όπως αγκαλιάζει εδώ και τριάντα χρόνια όλης της Γης τους κολασμένους, τη νέα γενιά που τσαντίζεται, ξεσπάει, παλεύει και δημιουργεί πάνω και γύρω από τα ερείπια του 20ού αιώνα.

Σχόλια