Πέμπτη, Ιανουάριος 26, 2012

Τα τρομερά ερωτήματα

3 ΣΧΟΛΙΑ
Τα λέμε, τα ξαναλέμε κι έπειτα ξανά τα λέμε κι άκρη δεν βγάζουμε...
Λογικό!
Οταν είσαι για μήνες πολλούς απλήρωτος, όταν είσαι θύμα ενός διαρκούς εκβιασμού, όταν βλέπεις τη στρατιά των ανέργων συναδέλφων σου να μεγαλώνει ενώ η κρίση θεριεύει δίπλα σου, όταν τα λουκέτα και οι προσφυγές στο άρθρο 99 πολλαπλασιάζονται...
...άκρη δεν βγάζεις!
Πιάνεσαι από εδώ, κρατιέσαι από εκεί, προσπαθείς να υπερασπιστείς τη θέση σου, τη δουλειά σου, τους βασικούς όρους επιβίωσης. Προσπαθείς να πατήσεις κάπου, σε ένα τόσο δα σταθερό κομμάτι για να διασφαλίσεις τα δεδουλευμένα σου και μια συνέχεια... Μια συνέχεια που κανείς άλλος δεν βλέπει και που μόνο εσύ ονειρεύεσαι.
Την ίδια στιγμή θέλεις να ξυπνήσεις από αυτόν τον εφιάλτη και να είναι πάλι 2008, ακόμη καλύτερα, να είναι 2000 ή και 1999, εάν είναι δυνατόν, να πας στη δουλειά κανονικά, να φύγεις από τη δουλειά κανονικά και η τσέπη σου μαζί με το μέλλον σου να είναι γεμάτα. Μην σου πω και γαμάτα!
Ομως αυτό το όνειρο δεν τελειώνει γιατί ...έχει τελειώσει εδώ και χρόνια. Τότε που "όλα ήταν καλά"!
Ηταν όμως; Οντως;
Τώρα, λοιπόν, που όλα καταρρέουν σαν χάρτινα πυργάκια, είναι σχεδόν αδύνατο να παραμείνεις ψύχραιμος, να επιστρατεύσεις τη λογική σου, να βγεις λίγο έξω από το δικό σου πρόβλημα και να δεις τη μεγάλη εικόνα. Δεν μπορείς να δεις καν όλα αυτά που πριν λίγο καιρό συζητούσες και παραδεχόσουν κι έλεγες:
Αντέχουμε τόσα πολλά ΜΜΕ σε μια χώρα 11.000.000;
Αντέχουμε τόσες πολλές καθημερινές και πολλές ακόμη κυριακάτικες εφημερίδες; Τόσα πολλά κανάλια; Τόσα πολλά ραδιόφωνα; Τόσες εκατοντάδες περιοδικά; Τόσα ενημερωτικά web site;
Κι ήταν (και είναι) όλα αυτά εφημερίδες, κανάλια, ραδιόφωνα, περιοδικά, ενημερωτικά sites;
Ελα τώρα, μαζί τα λέγαμε και εσύ το φώναζες: "Δεν είναι!"
Πολλά ήταν (και είναι) σκουπίδια! Σακούλες με cd και dvd! Στυλοβάτες άλλων δραστηριοτήτων! Στηρίγματα πολιτικών! Γραμμένες στο πόδι!
ΑΥΤΑ δεν λέγαμε;
Κι άλλα λέγαμε! Για το ίδιο μας το σινάφι, για τους συναδέλφους μας!
Που "δεν έχουν κάνει ποτέ ρεπορτάζ στη ζωή τους", που "έγιναν δημοσιογράφοι σερνάμενοι και κουνάμενοι", που "έχουν τρεις και τέσσερις και πέντε δουλειές", που "κρατούν γραφεία τύπου", που "είναι ιδρυματοποιημένοι", που "κάνουν μόνο το ρεπορτάζ του κόμματος", που "κάνουν χαρτοκολλητική και copy-paste δελτίων τύπου", που "αντιγράφουν, όπως είναι, τις ειδήσεις από άλλα μέσα και από το ΑΠΕ", που... που... που...
Τα λέγαμε αυτά ή δεν τα λέγαμε;
Τώρα που κι εμείς κι αυτοί είμαστε στο ίδιο καζάνι, τα λέμε;
Λέμε ότι κάποια ΜΜΕ είναι για τα σκουπίδια;
Λέμε ότι κάποιοι "δημοσιογράφοι" θα έπρεπε να έχουν πάει σπίτι τους εδώ και καιρό;
"Δεν φταίνε αυτοί", θα σου χαϊδέψει το αφτί, το αλληλέγγυο αγγελάκι. "Τα αφεντικά φταίνε! Οι άθλιοι εκδότες και ιδιοκτήτες!". Οι όποιοι; Τώρα έγιναν άθλιοι; Ή μήπως τώρα χειροτέρεψαν;
Από την πρώτη στιγμή που έπιασες δουλειά στα μαγαζιά τους δεν το ήξερες ΠΟΙΟΙ είναι;
Ελα τώρα!
Και η Δημοσιογραφία; Τι έγινε με τη Δημοσιογραφία;
Ολοι μιλάμε για τις θέσεις που χάνουμε, για τα δεδουλευμένα που μας χρωστούν, για τα "μαγαζιά" που θα κάνουν περικοπές ή θα βάλουν λουκέτο!
Κανείς δεν λέει κουβέντα για το ότι οι αναγνώστες μας έχουν γυρίσει την πλάτη διότι το "προϊόν" της δουλειάς μας είναι, πολλές φορές, για τα μπάζα. Ή γιατί είναι αναξιόπιστο. Ή ακόμη γιατί δεν έχει πλέον την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει μια εφημερίδα και να μας στηρίξει!
Λέξη δεν λέμε γι αυτά!
Και να πάμε κι ένα βηματάκι παραπέρα;
Δεν τολμάμε να παραδεχτούμε ότι ακόμη και μέσα στο ίδιο το "μαγαζί" μας δεν έχουμε όλοι ούτε τα ίδια συμφέροντα ούτε τις ίδιες θέσεις να υπερασπιστούμε:
- Αλλοι δεν θέλουν να χάσουν τη δουλειά τους ακόμη κι αν είναι να πάρουν λιγότερα. Αρκεί βεβαίως να τους καταβληθούν όσα τους χρωστάει ο ιδιοκτήτης και να υπάρχει ένα χρονοδιάγραμμα κανονικής μισθοδοσίας...
- Αλλοι δεν θέλουν να χάσουν τις αποζημιώσεις τους και θα προτιμούσαν να τις πάρουν και να φύγουν από το μαγαζί
-Αλλοι έχουν λίγα χρόνια να συμπληρώσουν μέχρι τη σύνταξη και θα δούλευαν και μόνο για τα ένσημα που τους απομένουν
-Αλλοι θα μπορούσαν ακόμη και να δουλεύουν τζάμπα αρκεί να παραμείνουν μέσα στο επάγγελμα του "δημοσιογράφου".
Αν δεις μία προς μία τις περιπτώσεις όλα τα παραπάνω και θεμιτά είναι και δίκαια και εύλογα τα υπερασπίζεται ο καθένας! Κι ας βιάζονται κάποιοι να χαρακτηρίσουν "ακραίους" τους μεν, "εργοδοτικούς" του δε και "ιδρυματοποιημένους" τους δείνα.
Σαχλαμάρες!
Ομως δεν μπορεί έτσι να προκύψει καμιά ενιαία στάση απέναντι στις απειλές αφού ακόμη κι αυτές τις βλέπουμε διαφορετικά!
Γι αυτό τα λέμε τα ξαναλέμε κι έπειτα ξανά τα λέμε και άκρη δεν βγάζουμε!
Ούτε και θα βγάλουμε!
Και τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα:
-Μπορεί μια εφημερίδα να τα βγάλει πέρα με 800 εργαζόμενους;
-Αν δεν μπορεί, τι θα γίνει;
-Καλύτερα να κλείσει παρά να μειωθούν οι θέσεις εργασίας;
-Καλύτερα να μείνουν 200 αρκεί να συνεχίσει να υπάρχει το "μαγαζί";
-Κάνοντας απεργία τι κερδίζουμε;
-Δουλεύοντας απλήρωτοι, χωρίς να απεργούμε, έχει κάποιο νόημα;
- Μπορούμε σήμερα να μιλάμε για "μηδέν περικοπές και μηδέν απολύσεις";
-Μήπως μπαίνουμε στη λογική της ανθρωποφαγίας;
-Μήπως ο ένας παρασέρνει στον πάτο τον άλλον;
-Εχει μέλλον η δουλειά μας;
-Μπορούμε να κάνουμε άλλα, καινούργια πράγματα ή απλώς θέλουμε να γυρίσουμε στην προ της κρίσης κατάσταση;
-Και η δουλειά μας; Πως θα γίνει καλύτερη; Πως θα μας εμπιστευτεί και πάλι η κοινωνία; Πως θα μας "αγοράσει" πάλι;

Δεν τις ξέρω ούτε κι εγώ τις απαντήσεις. Τις υποπτεύομαι! Πολλές δεν τολμώ να τις ομολογήσω ούτε στον εαυτό μου. Εκείνο που ξέρω είναι πως όσο δεν απαντάμε τόσο πιο κάτω θα βουλιάζουμε. Το μόνο που τολμώ να πω -κι ας κακιώσουν μαζί μου πολλοί- είναι:

Από αυτό το ναυάγιο θα ήθελα να επιζήσουμε ΟΛΟΙ!
Στο επόμενο ταξίδι όμως δεν νομίζω ότι χωράμε όλοι!

Σκληρό;
Πολύ! Σαν την πραγματικότητα!



Τετάρτη, Ιανουάριος 25, 2012

Με τέτοιους Δικαστές ΥΠΑΡΧΕΙ ελπίδα!

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΝΑΦΟΡΑ
         
Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη
                     
Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου



                                                                               Αθήνα 24 Ιανουαρίου 2012




                                      Προς
    Τα Μέλη του Δ.Σ. της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος


Θα ήθελα να επαναλάβω αυτό που επανειλημμένα έχω πει : ν’ αφήσουν την δικαστική εξουσία να επιτελέσει το έργο της και να σταματήσει η όποια πολιτική ή επαγγελματική εκμετάλλευσή της. Τα Ραδιοτηλεοπτικά λαϊκά παραδικαστήρια δεν προάγουν τον νομικό πολιτισμό και το δίκαιο, όταν γίνεται υπέρβαση των ορίων της κριτικής, μάλιστα όταν επιδιώκεται πολιτικό όφελος ή το κέρδος της τηλεθέασης, παραπλανώντας την κοινή γνώμη και προσπαθώντας να ασκήσουν πίεση στην δικαιοσύνη.
Όσο για τις ατυχείς δηλώσεις του κ. Υπουργού Υγείας «περί μακελειού» που (υπό την κάλυψη της βουλευτικής ασυλίας) άπτεται της πρόκλησης σε τέλεση πλημμελήματος, θα ήθελα να του πω ας ασχοληθεί με το Νοσοκομείο της Ρόδου, που έμεινε χωρίς πετρέλαιο θέρμανσης και αναλώσιμα υλικά για να τα χορηγήσει τελικά η Μ.Κ.Ο., ας ασχοληθεί με το Νοσοκομείο Σύρου, όπου οι συγγενείς ασθενών μεταφέρουν ηλεκτρικές θερμάστρες για να τους ανακουφίζουν. Ακόμη ας ασχοληθεί με το μερίδιο από την συλλογική ευθύνη που αναλογεί για την «αποπροστασία» του πολίτη από την αύξηση της εγκληματικότητας (απότοκο πολιτικής τακτικής).
Όσοι διαχρονικά ασκώντας εξουσία, μας έφθασαν σ’ αυτή την κατάσταση, που οδήγησαν εκατοντάδες νέων στην ανεργία στερώντας τους το όνειρο και την ελπίδα στη ζωή, δεν πρέπει να προκαλούν και δεν έχουν καμία θέση ανάμεσά μας. Αποδόμησαν από την παιδεία τις ανθρώπινες αξίες*, το ήθος, την ειλικρίνεια, την καλοσύνη, την αγάπη, καλλιεργώντας τ’αντίθετα, προβάλλοντας και υπερασπίζοντας το εγώ τους αντί το εμείς (την ενότητα), αυξάνοντας την απληστία και όχι το μέτρο (κατά την Αριστότελεια διατύπωση).
Όσον αφορά δικαστές και εισαγγελείς καλό είναι όπου είναι απαιτητικοί με τους άλλους να είναι πρώτα απαιτητικότεροι και αυστηρότεροι με τους εαυτούς τους, το λάθος του άλλου να το συγχωρούν όχι όμως το δικό τους (ώστε να μην το επαναλάβουν), να κάνουν διαρκή αυτοκριτική γιατί όποιος την αφήνει, εγκαταλείπει μια από τις βασικές λειτουργίες της νόησης και στερεί από μια ιδιότυπη με τον εαυτό του διαλεκτική γόνιμη σύνθεσή της. Να γίνονται παρατηρητές αλλά και παρατηρούμενα αντικείμενα συγχρόνως, να εξορθολογίζουν την έρευνα, την ποινική δίωξη, την προσωρινή κράτηση αφού οι υπερβολές αναιρούν το δίκαιο.
Στο δίλημμα των πολιτών «τον νόμο να φοβούμαι ή τον δικαστή» να μην καταλήγουν στο δεύτερο, γιατί αυτό σημαίνει ότι αφήσαμε το δίκαιο να διολισθήσει σε μέσο εκδικήσεως ή αδράνειας και θα μεταβληθούμε έτσι σε Νέρωνες και Ηρόστρατους της δικαιοσύνης.
Τέλος, οι νομικοί (αλλά και οι συντεταγμένες εξουσίες) να βλέπουμε και να αντιμετωπίζουμε την δικαιοσύνη σαν ένα όνειρο που διαρκώς προσπαθούμε να πραγματώσουμε.

                              Το Μέλος του Δ.Σ.
                της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος

                  Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης
                    Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου

* Βλ. Χάρτα Πανεπιστημίου Αιγαίου προς μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση με βάση τις    
  ανθρώπινες αξίες και πρακτικά επίσημης παρουσίασης στο πνευματικό Κέντρο Δήμου
  Λάρισας την 3-05-2011.

Theodoros Angelopoulos (Greek: Θεόδωρος Αγγελόπουλος) (27 April 1935 – 24 January 2012)

0 ΣΧΟΛΙΑ

Τρίτη, Ιανουάριος 24, 2012

Η πρόταση του προέδρου του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ Δημήτρη Τρίμη στη σημερινή (Τρίτη, 24/1/2012) Γενική Συνέλευση της Ενωσης

0 ΣΧΟΛΙΑ


  • Η κρίση που διέρχεται ο κλάδος εξελίσσεται σαν να μην έχει φραγμό, πάτο ή κορύφωση. Με φόντο τα καταστροφικά αποτελέσματα της μνημονιακής πολιτικής, που οδηγεί σε πρωτοφανή συρρίκνωση την οικονομία, σε εξάρθρωση την παραγωγική της βάση και σε έκρηξη της ανεργίας, εκτυλίσσεται μια άνευ προηγουμένου επίθεση στην εργασία στην οποία συνεργούν η τρόικα, η κυβέρνηση και οι εργοδότες, με κεντρικό στόχο την περίφημη «εσωτερική υποτίμηση», με κατάργηση του κατώτατου μισθού και κατάλυση των συλλογικών συμβάσεων.  
  • Η επίθεση αυτή στον κλάδο μας έχει πάρει διαστάσεις ανοικτού πολέμου της εργοδοτικής πλευράς εναντίον δημοσιογράφων, τεχνικών και διοικητικών. Ο πόλεμος αυτός έχει δυο βασικές όψεις: Από τη μια πλευρά έχουμε επιχειρήσεις ΜΜΕ σε κατάσταση πτώχευσης  (άρθρο 99) ή οιονεί πτώχευσης, με τους εργαζόμενους ομήρους, νεκροζώντανους μεταξύ απλήρωτης εργασίας και ανεργίας (ALTER, Ελευθεροτυπία, Κόσμος του Επενδυτή, Αυριανή, Φίλαθλος, παλαιότερα Απογευματινή κ.α.), κατάσταση στην οποία συνυπάρχουν η δολιότητα, η απληστία αλλά και η ανικανότητα της εργοδοτικής πλευράς. Από την άλλη πλευρά, έχουμε μια εκστρατεία εκβιασμού και εκφοβισμού από την εργοδοσία για την κατάργηση στην πράξη της συλλογικής σύμβασης, με την υπογραφή ατομικών συμβάσεων στις οποίες οι εργαζόμενοι καλούνται να συνυπογράψουν το κούρεμα των μισθών τους 20% και πλέον. Και, δυστυχώς, η ιδιοκτησία καταγράφει επιτυχίες στο πεδίο αυτό, αρνούμενη να αντιληφθεί ότι απ’ αυτό το μακελειό  χαμένη θα είναι και η ίδια, αλλά ακόμα μεγαλύτερο θύμα θα είναι η έντιμη, σοβαρή και αξιόπιστη Ενημέρωση των πολιτών –που αυτή την εποχή έχουν όσο ποτέ ανάγκη για αξιόπιστα ΜΜΕ.
  • Στην επίθεση αυτή η εργοδοτική πλευρά έχει, φυσικά, συμμάχους τους την κυβέρνηση, την τρόικα και τους πιστωτές, που στην παρούσα φάση «πολιορκούν» τον πυρήνα της κοινωνικής διαπραγμάτευσης, τον κατώτατο μισθό, τις συλλογικές συμβάσεις και τελικά τις ίδιες τις συλλογικές οργανώσεις των εργαζομένων, τα συνδικάτα. Δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι η κυβέρνηση δεν θα υποκύψει στον πειρασμό ακόμη και να νομοθετήσει ή να επιβάλει με αυταρχικό τρόπο –πέρα ίσως και από τις συνταγματικές προβλέψεις- (με πράξη νομοθετικού περιεχομένου) την κατάργηση ή αναστολή των συλλογικών συμβάσεων. Σε κάθε περίπτωση, οι εβδομάδες και μήνες που ακολουθούν θα κρίνουν την τύχη τους. Αυτή η αντίστροφη μέτρηση λίγων μηνών ισχύει και για τον κλάδο μας, που πρέπει να χαράξει σ’ αυτό ακριβώς το πεδίο τη δική του γραμμή άμυνας: με κάθε τρόπο υπογραφή συλλογικής σύμβασης για μηδενικές μεν αυξήσεις, αλλά και μηδενικές απολύσεις. Είναι ο μέγιστος ανεκτός συμβιβασμός. Η ένωσή μας, όλα τα συνδικάτα του κλάδου, ουσιαστικά θα αυτοκαταργηθούν αν επιλέξουν να επικυρώσουν απλώς την εργοδοτική αυθαιρεσία των μονομερών μειώσεων στους μισθούς και των εκδικητικών απολύσεων όσων δεν υποκύπτουν στον εκβιασμό, την παρανομία της απλήρωτης για μήνες εργασίας εν ονόματι της «επιβίωσης των επιχειρήσεων».
  • Η απάντηση των εργαζομένων, της Ένωσής μας και όλων των σωματείων του κλάδου δεν μπορεί να είναι παρά μόνο μία: Διαρκής και πολύμορφος αγώνας για να υποχρεωθούν οι εργοδότες να προσέλθουν σε διαπραγμάτευση και να υπογράψουν σύμβαση. Στον αγώνα αυτό δεν χωρούν ταμπού στις μορφές, την ένταση και το εύρος των κινητοποιήσεων οι οποίες πρέπει να εξασφαλίζουν τη συγκέντρωση όλων των δυνάμεων του κλάδου και την ενοποίηση των επί μέρους κινητοποιήσεων που είναι ήδη σε εξέλιξη. Ταυτόχρονα, η διοίκηση της Ένωσης πρέπει να διαθέτει ισχυρή εξουσιοδότηση για ευέλικτη και ακαριαία αντίδραση σε όλα τα επί μέρους μέτωπα που ανοίγει με καταιγιστικούς ρυθμούς και σε καθημερινή πλέον βάση η εργοδοτική πλευρά. Η ισχυρή αυτή εξουσιοδότηση θα πρέπει να συνδυαστεί με τρία επί πλέον πράγματα: πρώτον, με την ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας της ένωσής μας, ιδιαίτερα με την πύκνωση των συνελεύσεων στους χώρους δουλειάς, αλλά και το άνοιγμα του σωματείου σε όλους τους συναδέλφους. Δεύτερον, με τη επιτελική, τακτική λειτουργία του μεικτού συμβουλίου. Τρίτον, με τη σταθερή συνεργασία στο πλαίσιο του συντονιστικού των ενώσεων όλου του κλάδου. Σε κάθε περίπτωση, ο διαρκής και πολύμορφος αγώνας που έχουμε ανάγκη πρέπει να εξελίσσεται με γνώμονα την ενότητα και τη συνοχή του κλάδου και να εξασφαλίζει ότι δεν θα εξελιχθεί σε «εμφύλιο» μεταξύ των εργαζομένων, όπως μεθοδεύει με ποικίλες μορφές η εργοδοτική πλευρά, αξιοποιώντας φοβίες ή μικροιδιοτέλειες του δικού μας στρατοπέδου.
  • Καθοριστικά μπορεί να βοηθήσει την κινητοποίηση του κλάδου η αξιοποίηση των όποιων νομικών και θεσμικών εργαλείων απομένουν στην όλο και πιο φιλοεργοδοτική εργατική νομοθεσία. Χωρίς αυταπάτες για τις δυνατότητες, αλλά και με επίγνωση των κινδύνων, θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα προσφυγής στη διαιτησία (ΟΜΕΔ), ώστε να εξαναγκαστεί η εργοδοτική πλευρά να προσέλθει σε διαπραγμάτευση. Η προσφυγή αυτή, που περιλαμβάνει και ρίσκα, έχει νόημα στο βαθμό που συνδυαστεί με μια μαχητική κινητοποίηση και καμπάνια υπέρ της υπογραφής σύμβασης. (Στο πλαίσιο αυτό δεν πρέπει να αποκλειστούν οι δυνατότητες πρόκλησης «ρηγμάτων» στην εργοδοτική πλευρά. Αποκαλύπτοντας, για παράδειγμα, πως ο υστερικός δογματισμός κάποιων φανατικότερων μελών της υπέρ της ισοπέδωσης των εργασιακών δικαιωμάτων τελικά υποβαθμίζει τα προϊόντα τους, βαθαίνει την κρίση στον κλάδο και προετοιμάζει τις χρεοκοπίες της επόμενης μέρας. Με βάση αυτή την οπτική, άλλωστε, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο εξαίρεσης από τις κινητοποιήσεις επιχειρήσεων που σέβονται τις συμβάσεις και απέχουν από απολύσεις).
  • Γενικότερα, πρέπει να αποκαλυφθεί στον κλάδο αλλά και στην κοινή γνώμη η ανομία που αποτελεί κυρίαρχη συμπεριφορά της εργοδοσίας του κλάδου μας: δεν πληρώνουν τους εργαζόμενους, περικόπτουν αυθαίρετα μισθούς, δεν εφαρμόζουν τις συμβάσεις, απολύουν παράνομα, χρωστούν δεκάδες εκατομμύρια στα ασφαλιστικά ταμεία και στο δημόσιο, ζημιώνουν ή χρεοκοπούν τις επιχειρήσεις χωρίς λογοδοσία στις εποπτικές αρχές, ακόμη και στους μετόχους. Η διαρκής ανομία τους δεν πρέπει να γίνει η «νέα νομιμότητα». Στο πλαίσιο αυτό καθίσταται πιο ώριμο από ποτέ το αίτημα «να ανοίξουν τα λογιστήρια των επιχειρήσεων». Να επιβληθεί διαχειριστικός έλεγχος, με τη συνδρομή και των αρμόδιων κρατικών αρχών, στις επιχειρήσεις που με προκλητική αδιαφάνεια οδηγήθηκαν σε υπέρογκο δανεισμό, σε γκρίζες συναλλαγές με τράπεζες και συγγενείς επιχειρήσεις, να αποκαλυφθεί πώς τα κέρδη του χθες έγιναν ζημίες του σήμερα. Να ανοίξουν οι προσωπικοί λογαριασμοί των μεγαλομετόχων σε ελληνικές και ξένες τράπεζες, να ερευνηθεί που πήγαν τα λεφτά που σήμερα μας λένε ότι λείπουν από τα κεφάλαια των εταιρειών τους.  Η κοινωνική λογοδοσία είναι διπλά αναγκαία για επιχειρήσεις που για χρόνια εισέπρατταν, με διάφορες μορφές, και κρατικό χρήμα.
  •  Η εικόνα κατάρρευσης που καταγράφεται στις επιχειρήσεις των ΜΜΕ, υποσύνολο της καταστροφικής δίνης στην οποία έχουν φέρει η ύφεση και η μνημονιακή πολιτική σχεδόν όλους τους κλάδους της οικονομίας, αποτελεί πρόβλημα όλης της κοινωνίας. Είναι πρόβλημα δημοκρατίας η εξασφάλιση της πολυφωνίας, η αποτροπή της εγκαθίδρυσης ενός μονοπωλίου «τροϊκανής τρομοκρατίας» στο πλαίσιο του οποίου θα επιβιώσουν «λίγοι και καλοί», με ασφυκτικές εξαρτήσεις από παλαιά και νέα συστήματα διαπλοκής. Στο πλαίσιο αυτό η Ένωσή μας μπορεί και πρέπει να δώσει ένα υπόδειγμα ελεύθερης ενημέρωσης, την οποία εξ ορισμού υπερασπίζεται. Να δημιουργήσει σε πρώτη φάση ιστοσελίδα, πλαισιωμένη από άξιους ανέργους συναδέλφους, που θα αποτελέσει έναν εναλλακτικό πόλο ενημέρωσης για όλη την κοινωνία, προσφέροντας πλήρη, αποκαλυπτική ειδησεογραφία, αλλά και δίνοντας βήμα σε όλες τις ζωντανές δυνάμεις της εργασίας και της κοινωνίας, για να προβάλουν τις διαμαρτυρίες τους, τις διεκδικήσεις και τις αντιστάσεις τους. Η ΕΣΗΕΑ να πρωτοστατήσει σε συνεταιριστικά πειράματα των συναδέλφων που η κρίση οδηγεί στην ανεργία και τη ματαίωση.
  • Στη διάρκεια του διαρκούς και πολύμορφου αγώνα με επίκεντρο την υπογραφή σύμβασης, η Ένωσή μας μπορεί και πρέπει να οργανώσει την έμπρακτη αλληλεγγύη στους εκατοντάδες ανέργους συναδέλφους μας, αλλά και σ’ αυτούς που βρίσκονται σε κατάσταση οιονεί ανεργίας, όμηροι μπαταχτσήδων εργοδοτών. Για τον λόγο αυτό πρέπει η Ένωσή μας και όλα τα σωματεία του κλάδου να εξοπλιστούν με την εξουσιοδότηση ώστε να αξιοποιήσουν όλες τις δομές και πόρους τους, με διαφανείς όρους, για την ανακούφιση των ανέργων, την ενίσχυση απλήρωτων συναδέλφων, καθώς και όσων βρίσκονται σε μακρόχρονους αγώνες (απεργίες ή επισχέσεις). 
  • Ο αγώνας μας είναι αδιανόητο να μην περιλάβει την υπεράσπιση των συνταξιούχων μας και των ασφαλιστικών μας ταμείων από τη συστηματική εισφοροδιαφυγή δεκάδων εκατομμυρίων που τα εξασθενίζει σε μια περίοδο κατά την οποία αυξάνονται οι υποχρεώσεις τους λόγω κύματος συνταξιοδοτικής φυγής και ανεργίας. Στο πλαίσιο αυτό αρνούμαστε και την ένταξη των ασφαλιστικών μας αποθεματικών που είναι τοποθετημένα με τη μορφή κατάθεσης στην Τράπεζα της Ελλάδος, είτε σε ομόλογα, σε αναγκαστικό «κούρεμα». Ταυτόχρονα, διεκδικούμε τη διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης των Ταμείων μας, με την ένταξη στο ασφαλιστικό και εργασιακό μας καθεστώς και στο αγγελιόσημο των ενημερωτικών ιστοσελίδων με ελάχιστους όρους: το να έχουν έδρα τη χώρα, να έχουν ενημερωτικό περιεχόμενο, να απασχολούν έναν ελάχιστο αριθμό δημοσιογράφων. Στο ίδιο πλαίσιο διεύρυνσης της ασφαλιστικής βάσης των ταμείων εντάσσεται και αντίστασή μας στη «μαύρη| και επισφαλή εργασία, στην επέκταση των απασχολούμενων με μπλοκάκια, στις ποικίλες μορφές ελαστικοποίησης που υπονομεύουν τα εργασιακά και ασφαλιστικά μας δικαιώματα. 
  • Η ΕΣΗΕΑ πρέπει να πρωτοστατήσει ώστε να διατηρηθεί και να βαθύνει η συνεργασία με όλες τις ενώσεις του κλάδου. Τόσο ο συνολικός αγώνας διαρκείας με στόχο την υπογραφή συμβάσεων, όσο και οι επί μέρους είναι αδύνατο να οργανωθούν και να γίνουν αισθητοί στην κοινή γνώμη και τελικά οδυνηροί για τους εργοδότες χωρίς τη συμμετοχή όλων των σωματείων: από το ρεπορτάζ μέχρι τη διανομή των εντύπων, από τη σύνταξη μέχρι την εκπομπή του ραδιοφωνικού σήματος, από το στούντιο μέχρι την εικόνα της τηλεόρασης. Ο αγώνας μας πρέπει να καταστήσει ολοφάνερο ότι οι επιχειρήσεις των ΜΜΕ είναι οι εργαζόμενοί τους, δημοσιογράφοι, τεχνικοί, διοικητικοί. Είναι τα αξιόπιστο ή το χειραγωγημένο προϊόν τους. Χωρίς τους εργαζόμενους δεν πάει φύλλο στο περίπτερο, ήχος στο ραδιόφωνο, εικόνα στην οθόνη. Η ΕΣΗΕΑ και όλες οι ενώσεις του Τύπου πρέπει να συνδεθούν με όλα τα ζωντανά τμήματα της κοινωνίας-πανεπιστήμια, επιστημονικές οργανώσεις, συνδικάτα, κινήματα, συλλογικότητες- που αντιστέκονται στην πρωτοφανή επίθεση σε δικαιώματα και όρους επιβίωσης, που αντιλαμβάνονται ότι «κάτι μεγάλο παίζεται» σ’ αυτή τη χώρα, που επαγρυπνούν για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και της κυριαρχίας της χώρας από την επέλαση των πιστωτών. 
  • Παρασκευή, Ιανουάριος 20, 2012

    Ο χειρότερος σκλάβος

    2 ΣΧΟΛΙΑ

    "Μεγαλύτερος σκλάβος δεν είναι αυτός που υπηρετεί κάποιον τύραννο, όσο μεγάλο κι αν είναι αυτό το κακό, αλλά αυτός που είναι δούλος της δικής του ηθικής άγνοιας, του ατομισμού και της αχρειότητας"
    Samuel Smiles

    Δευτέρα, Ιανουάριος 16, 2012

    Υπαρξιακή κρίση και τούρκικα...

    5 ΣΧΟΛΙΑ
    Σε πείσμα των λογιστών της εξουσίας αυτή η κρίση είναι πρώτα από όλα κρίση πολιτισμικού μοντέλου. Δηλαδή είναι υπαρξιακή κρίση.
    Δεν πα να λένε για χρέη και για ελλείμματα και κουρέματα και PSI;
    Εδώ συμβαίνει κάτι που σε κανένα λογιστικό φύλλο δεν μπορεί να περιγραφεί. Γιατί τα λογιστικά φύλλα δεν αντέχουν στις αντιφάσεις. Πολύ δε περισσότερο δεν απαντούν σε υπαρξιακά ερωτήματα.
    Αυτές οι αντιφάσεις εντοπίζονται στη λεπτομέρεια και όχι στη "μεγάλη εικόνα", αυτή που προβάλλουν καθημερινά τα ΜΜΕ και που κυριαρχεί στην πολιτική μας σκηνή.
    Αυτά τα υπαρξιακά ερωτήματα δεν είναι παρά οι κρυμμένες ρωγμές που τώρα γίνονται χαράδρες.
    Μια τέτοια λεπτομέρεια εντοπίζει και ερμηνεύει ο Νίκος Ξυδάκης στο χθεσινό φύλλο της Καθημερινής. Αφορά την αγάπη του τηλεοπτικού κοινού στα τουρκικά σίριαλ. Και αναδεικνύει τις ρωγμές των ατομικών και συλλογικών μας βεβαιοτήτων: "τα λαϊκά στρώματα, αυτά που τρέφονται ψυχαγωγικά με τηλεόραση, αναγνωρίζουν στις χονδροειδείς τυπολογίες των τουρκικών σίριαλ κάτι από τον χαμένο κοινωνικό εαυτό και τις παλαιές βεβαιότητες".
    Και συνεχίζει ο Ν.Ξ.:  "Τα τουρκικά σίριαλ εικονίζουν σχηματικά, με τη φόρμα του λαϊκού ρομάντσου και της σαπουνόπερας, έναν κόσμο ταυτοχρόνως ιδεατό και πραγματικό, μακρινό και κοντινό, ανατολικό-ασιατικό και δυτικό-ευρωπαϊκό, έναν κόσμο μεταιχμιακό. Το ελληνικό κοινό αντικρίζει τον εαυτό του ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο, στο πέρασμα. Οπισθοδρόμηση; Αν το δούμε τυπικά, γραμμικά, ναι, το ελληνικό κοινό «οπισθοδρομεί», ταυτιζόμενο ενδοψυχικά με την τουρκική κοινωνία των σίριαλ, την τόσο ανδροκρατική και αυταρχική, όπου κυριαρχούν η ενδοοικογενειακή τιμή και αντιπαλεύουν η ωμή δύναμη και τα σφοδρά συναισθήματα. Μπορούμε να πούμε ότι το προχωρημένο ελληνικό κοινό, ευρισκόμενο κοινωνικά-πολιτισμικά-ιστορικά σε ανώτερο στάδιο, σαγηνεύεται από τους καθυστερημένους ιδεότυπους και την προνεωτερική ηθογραφία των Τούρκων".
    "Λούνα-Παρκ" Μίνως Αργυράκης
    Καθώς διαβάζω το κομμάτι με πιάνω να αναρωτιέμαι αν ζούσε σήμερα η προγιαγιά μου, η κυρά-Λέκτρα, η Σμυρνιά, θα παρακολουθούσε αυτές τις σειρές. Η κυρά-Λέκτρα (Ηλέκτρα) που ήλθε από το Σμύρνη, 19 χρονώ, το '22 ήταν η πρώτη και η τελευταία ζώσα μνήμη της Μικρασιατικής Καταστροφής. Και ως τέτοια, πολύ αμφιβάλλω αν θα βίωνε με την ίδια ένταση, πάθος και φόβο τη σημερινή "οικονομική" κρίση. Τι να της πει εκείνης αυτό το πράγμα; Αντε να παραπονιόταν λίγο περισσότερο για τη σύνταξή της. Αντε να έβριζε λίγο περισσότερο τους κυβερνώντες. Ομως αυτά τα έκανε σε όλη της τη ζωή μπλέκοντας κινήματα και βασιλιάδες, μπολσεβίκους και τουρκαλάδες σε έναν επιφανειακό αχταρμά που πίσω του όμως έκρυβε και γνώση και συνείδηση.
    Η κυρά-Λέκτρα μπορεί να απολάμβανε χολιγουντιανές ταινίες, να τις άρεσαν τα μουσικοχορευτικά σόου τύπου "Καντσονίσιμα", να ήταν φανατική τηλεθεάτρια των σειρών που στηρίζονταν στα μυθιστορήματα του Καραγάτσι, να λάτρευε το "Λούνα Παρκ" με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, όμως, σίγουρα δεν είχε ανάγκη από ηθογραφίες. Πόσο μάλλον των "τουρκαλάδων". Κλασσικές ηθογραφίες, όπως αυτή της "Λωξάντρας", δεν τις εκλάμβανε ως τέτοιες. Οντας και η ίδια "Λωξάντρα" η ματιά της ήταν μάλλον κριτική τόσο ως προς την ερμηνεία και την εκφορά της "πολίτικης" γλώσσας όσο, ιδιαίτερως, ως προς τις συνταγές που περιγράφονται εκεί μέσα.
    Εχοντας απείρως σημαντικότερα πράγματα να κάνει και προβλήματα να επιλύσει από το 1922 μέχρι και το 1993 που πέθανε, η κυρά-Λέκτρα αμφιβάλλω ότι θα σαγηνευόταν από τους "καθυστερημένους ιδεότυπους και την προνεωτερική ηθογραφία των Τούρκων" ου μην αλλά και των Ελλήνων. Λες και δεν τους έζησε και τους μεν και τους δε στα καλά τους και στα στραβά τους. Περνώντας από τα μικρασιατικά παράλια, με ένα παιδί στην αγκαλιά κι άλλο ένα στην κοιλιά, απέναντι, στην Χίο πρώτα και μετά στην Αθήνα, διέβη από την προνεωτερικότητα της Ανατολής στην κουτσή νεωτερικότητα του σύγχρονου ελληνικού κράτους για να πεθάνει, 70 χρόνια μετά με το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Στο ενδιάμεσο κατάφερε να επιλύσει μια σειρά ζητημάτων με πρώτο και κύριο εκείνο της επιβίωσης της ίδιας και του παιδιού της -το μικρό πέθανε πριν καλά-καλά γεννηθεί-, της προσαρμογής της στον παλιοελλαδίτικο χώρο -στο Πολύγωνο-, να χειραφετηθεί ως γυναίκα και ως επαγγελματίας -μοδίστρα-, να μεγαλώσει και να σπουδάσει τον γιο, να αναστήσει την εγγόνα φέρνοντάς της γάλα μέσα στον άγριο Δεκέμβρη του '44, να... να... να...
    Μέσα από την επίλυση -όχι χωρίς κόστος- αυτών των προβλημάτων, η κυρά-Λέκτρα από το μόνο που δεν έπασχε ήταν από υπαρξιακές κρίσεις. Κι αυτό γιατί η μόνη της στρατηγική ήταν αυτή της επιβίωσης και της διεκδίκησης. Οι εμμονές, οι ιδεοληψίες, οι φανατισμοί, οι ρομαντισμοί ακόμη κι αυτές οι ίδιες οι μνήμες από τις "χαμένες πατρίδες" και τα εθνικά παραμύθια "ήταν κολοκύθια τούμπανα!" καθώς έλεγε. Ναι μεν "σαν στη Σμύρνη πουθενά" αλλά η ζωή μετριόταν στο Πολύγωνο και στα προσφυγικά της Αλεξάνδρας. Ναι μεν "άγγλοι, γάλλοι, γερμανοί, ρώσοι και πορτογάλοι" μας κάνανε "γης μαδιάμ, πανάθεμά τους ούλοι" αλλά τη δική της τη ζωή την όριζε η ίδια η κυρά-Λέκτρα. Και μαζί της όλη η γενιά των προσφύγων του '22.
    Η εμπειρία της προσφυγιάς, πέρα από τον αρχικό τρόμο, τον πόνο του ξεριζωμού και την απόγνωση της οικονομικής εξαθλίωσης, λειτούργησε ομογενοποιητικά και εκφράστηκε δημιουργικά με πρώτο δημιούργημα μια νέα, κοινή ταυτότητα που εμπεριείχε και την Ανατολή και τη Δύση. Οχι ως εμμονή στους ιδεότυπους της πρώτης και ως ανευ όρων παράδοση στις εκσυγχρονιστικές δυνάμεις και δυνατότητες της δεύτερης. Οπως γράφει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης ("Πρόσφυγες και γηγενείς στη μεσοπολεμική Αθήνα. Πτυχές μίας δύσκολης συνύπαρξης"): "Από τη στιγμή που έφεραν την εμπειρία μιας διαφορετικά οργανωμένης κοινωνίας -οι ελληνικές κοινότητες στις οποίες ζούσαν στα μικρασιατικά παράλια δεν ήταν οργανωμένες με βάση τις ταξικές αλλά τις πολιτισμικές διαφορές- όσα τους διέκριναν από τους γηγενείς απέκτησαν μεγάλη βαρύτητα για την εσωτερική τους συνοχή". Αυτά, μαζί με τη στρατηγική της επιβίωσης και της διεκδίκησης, ήταν η λύση σε κάθε δύσκολη εποχή, σε κάθε κρίση, σε κάθε κίνημα, κρίση, εισβολή, κραχ, θάνατο, ομαδικό και ατομικό... Οι πρόσφυγες ανανέωσαν τον νεοελληνικό πολιτισμό με το ίδιο τους αίμα αλλά και με μία σοφή ανάμειξη των καλύτερων υλικών της Ανατολής και της Δύσης που ήταν: ο κοσμοπολιτισμός αλλά και η δημιουργική επαφή με τους ήχους, τα χρώματα, τις γεύσεις και τις λέξεις της παράδοσης, η επικούρεια σχέση με τη τη ζωή αλλά και το μεράκι του παραγωγού, του χτίστη, του εμπόρου, του επιχειρηματία, η συντήρηση των δεσμών αλληλεγγύης με την ομάδα, την οικογένεια, την παρέα, το σινάφι αλλά και η ατομική χειραφέτηση, αυτό το βαθύ αίσθημα αυτονομίας απέναντι στο θεό ή το κράτος, η αποδοχή των κανόνων του ιδιαίτερου πολιτισμού αλλά και η διαρκής αμφισβήτηση κάθε αρχής που θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην προσωπική πραγμάτωση, εν τέλει της ίδιας της ελευθερίας. Κι αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι εμφύλιοι, οι διχασμοί, οι χούντες, με όλες τους τις στρεβλώσεις και τα πισωγυρίσματα, αυτός ο πολιτισμός θα είχε θριαμβεύσει. Και δεν θα είχαμε βρεθεί ποτέ εδώ που βρεθήκαμε!
    Πεθαίνοντας στα 92 της η κυρά-Λέκτρα δεν πρόλαβε να δει την πλήρη αντιστροφή, την πλήρη καταδολίευση αυτής της συνταγής με εκείνη του life-style που βρήκε την πλήρη έκφρασή της στην ελληνική τηλεοπτική παραγωγή η οποία "κατακλύστηκε από καλιαρντές καρικατούρες, στις οποίες οι άντρες εικονίζονται ως ευνούχοι ηλίθιοι, οι γυναίκες ως τραβεστί ντόμινες, και όλοι μαζί διαλέγονται ουρλιάζοντας και αλληλοκραζόμενοι". Αλλά και να την προλάβαινε δεν θα της φεινόντουσαν διόλου "πιο πειστικοί, πιο αληθοφανείς ή πιο ελκυστικοί για ταυτίσεις" οι "αδροί, συχνά χονδροειδέστατοι", χαρακτήρες των τουρκικών σειρών. Ισως να γελούσε με αυτούς, ίσως να εκνευριζόταν, μπορεί να θυμόταν και λίγο τα τουρκικά της, αλλά με τίποτα δεν θα "έπεφτε" στα τούρκικα σίριαλ. Κι αν ζούσε τα σημερινά σίγουρα θα είχε να προτείνει λύσεις. Γιατί είχε δει, τουλάχιστον μία φορά πως είναι να καίγεται ο παλιός κόσμος και να να γεννιέται ένας καινούργιος μέσα από τις στάχτες χωρίς να φέρει έναν προτεσταντικό εκσυγχρονισμό γεμάτο "διαψεύσεις, ματαιώσεις και υπερτροφικές προσδοκίες".
    Και τότε, οι ρωγμές της κρίσης θα γέμιζαν με καινούργια λουλούδια σαν κι εκείνα στους μπαξέδες και στα ρέματα της Κοκκινιάς, της Καισαριανής, της Νίκαιας και της Δραπετσώνας...

    Δεν το υπονοώ. Το λέω ευθέως: εκείνο που έχουμε ανάγκη είναι να μια νέα προσφυγιά. Να αισθανθούμε ξεριζωμένοι όχι από έναν γεωγραφικό χώρο αλλά από μια εποχή που πεθαίνει. Να σώσουμε τα ελάχιστα -τα ελαχιστότατα- που αξίζει να σωθούν και να πιάσουμε να παράγουμε τα καινούργια με την ίδια, παλιά στρατηγική της επιβίωσης και των διεκδικήσεων! Είτε με ευρώ είτε με δραχμή. (Τι σημασία έχει άλλωστε; "Πέντε κρίκοι ένα τάλιρο!" θα κοστίζουν πάντα, όπως έλεγε και ο κυρ-Γιώργης στο "Λούνα Πάρκ" πολλά χρόνια πριν "πέσουμε στα τούρκικα"!)



    Πέμπτη, Ιανουάριος 12, 2012

    Μας αποκαλούν αποτυχημένους...

    1 ΣΧΟΛΙΑ

    Του Σλαβόι Ζίζεκ
    Ομιλία στη γενική συνέλευση των Αμερικανών "αγανακτισμένων"
    Μας αποκαλούν αποτυχημένους αλλά οι πραγματικοί αποτυχημένοι βρίσκονται εκεί κάτω στη Γουόλ Στριτ. Διασώθηκαν χάρη στα δικά μας χρήματα. Μας αποκαλούν σοσιαλιστές αλλά σε αυτή τη χώρα υπάρχει πάντα σοσιαλισμός για τους πλούσιους. Μας λένε ότι δεν σεβόμαστε την ιδιωτική ιδιοκτησία. Όμως η κρίση του 2008 έχει καταστρέψει ιδιωτική ιδιοκτησία που ακόμη και αν θέλαμε να καταστρέψουμε θα έπρεπε να εργαζόμαστε νυχθημερόν για εβδομάδες. Μας αποκαλούν ονειροπαρμένους. Όμως οι πραγματικοί ονειροπαρμένοι είναι εκείνοι που νομίζουν ότι τα πράγματα θα παραμείνουν έτσι για πάντα. Δεν είμαστε ονειροπαρμένοι. Είμαστε το ξύπνημα από ένα όνειρο που μετατρέπεται σε εφιάλτη.
    Δεν καταστρέφουμε τίποτε. Γινόμαστε μόνο μάρτυρες του τρόπου με τον οποίο το σύστημα καταστρέφει τον εαυτό του. Όλοι γνωρίζουμε την κλασική σκηνή από τα κινούμενα σχέδια. Η γάτα περνά τον γκρεμό και συνεχίζει να περπατά αγνοώντας το γεγονός ότι δεν πατάει πια στο έδαφος. Μόνο όταν κοιτάει κάτω και συνειδητοποιεί πού βρίσκεται αρχίζει να πέφτει. Αυτό συμβαίνει σήμερα. Λέμε στους τύπους της Γουόλ Στριτ “Ε, κοιτάξτε κάτω!”.
    Στα μέσα Απριλίου, η κινεζική κυβέρνηση απαγόρευσε από την τηλεόραση, τις ταινίες και τα μυθιστορήματα κάθε αναφορά σε εναλλακτικές πραγματικότητες και ταξίδια στον χρόνο. Είναι ένα καλό σημάδι για την Κίνα. Οι άνθρωποι εκεί εξακολουθούν να ονειρεύονται εναλλακτικές καταστάσεις επομένως η εξουσία πρέπει να απαγορεύσει αυτά τα όνειρα. Εδώ, δεν χρειάζονται απαγορεύσεις τέτοιου είδους, καθώς το κυρίαρχο σύστημα έχει καταστείλει ακόμη και τη δυνατότητα μας να ονειρευόμαστε. Κοιτάξτε τις ταινίες που βλέπουμε όλη την ώρα. Είναι εύκολο να φανταστείς το τέλος του κόσμου. Ένας αστεροειδείς καταστρέφει κάθε μορφή ζωής πάνω στη Γη και τα λοιπά. Δεν μπορείς όμως να φανταστείς το τέλος του καπιταλισμού.
    Τι κάνουμε επομένως εδώ; Θα σας πω ένα υπέροχο, παλιό ανέκδοτο από τα χρόνια του κομμουνισμού. Στέλνουν έναν τύπο από την Ανατολική Γερμανία στη Σιβηρία. Ξέρει ότι τα γράμματα του θα περνούν από λογοκρισία γι αυτό και λέει στους φίλους του: “Ας φτιάξουμε ένα κώδικα. Αν τα γράμματα μου είναι με μπλε μελάνι αυτό θα σημαίνει ότι θα γράφω την αλήθεια. Αν είναι με κόκκινο μελάνι τότε όλα θα είναι ψέματα”. Ύστερα από ένα μήνα, οι φίλοι του λαμβάνουν το πρώτο γράμμα και είναι με μπλε μελάνι. Γράφει: “Όλα εδώ είναι υπέροχα, υπάρχει καλό φαγητό, τα σινεμά δείχνουν ωραίες ταινίες, τα διαμερίσματα είναι ευρύχωρα και πολυτελή. Το μόνο που μας λείπει είναι το κόκκινο μελάνι”.

    Έτσι ζούμε και εμείς σήμερα. Έχουμε όλες τις ελευθερίες που θέλουμε. Αλλά αυτό που μας λείπει είναι το κόκκινο μελάνι: η γλώσσα που θα μας βοηθήσει να εκφράσουμε την έλλειψη ελευθερίας μας. Ο τρόπος που μας μαθαίνουν να μιλάμε για την ελευθερία -ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας κ.λπ.- πλαστογραφεί την έννοια της ελευθερίας. Και αυτό είναι που κάνετε όλοι εσείς εδώ. Δίνετε σε όλους μας το κόκκινο μελάνι.
    Υπάρχει βέβαια ένας κίνδυνος. Μην ερωτευτείτε τους εαυτούς σας. Περνάμε ωραία εδώ πέρα αλλά καλό είναι να θυμόμαστε ότι τα πανηγύρια τελειώνουν γρήγορα. Εκείνο που μετράει είναι η επόμενη ημέρα, αυτό που θα κάνουμε όταν θα πρέπει να επιστρέψουμε στην καθημερινή ζωή μας. Θα έχει αλλάξει κάτι; Δεν πρέπει να αναπολείτε αυτές τις ημέρες και να λέτε “ήμασταν νέοι και ήταν όμορφα”. Θυμηθείτε ότι το βασικό μας μήνυμα είναι “Μπορούμε να σκεφτόμαστε εναλλακτικές”.
    Αν ο κανόνας σπάσει, τότε θα δούμε ότι δεν ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο. Έχουμε όμως μπροστά μας πολύ δρόμο. Και υπάρχουν πραγματικά δύσκολα ζητήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Ξέρουμε τι δεν θέλουμε. Τι είναι όμως αυτό που θέλουμε; Ποιο είδος κοινωνική οργάνωση μπορεί να αντικαταστήσει τον καπιταλισμό; Τι είδους νέες ηγεσίες θέλουμε;
    Να θυμάστε. Το πρόβλημα δεν είναι η διαφθορά ή η απληστία. Το πρόβλημα είναι το σύστημα. Σε αναγκάζει να είσαι διεφθαρμένος. Και να προσέχετε όχι μόνο τους εχθρούς αλλά και τους υποκριτές φίλους που ήδη προσπαθούν να νερώσουν αυτή τη διαδικασία. Με τον ίδιο τρόπο που βρίσκει κανείς καφέ χωρίς καφεΐνη, μπίρα χωρίς αλκοόλ και παγωτό χωρίς λιπαρά, θα προσπαθήσουν να μετατρέψουν τις κινητοποιήσεις σας σε μια ακίνδυνη, ηθική διαμαρτυρία. Μια διαδικασία χωρίς καφεΐνη. Όμως βρισκόμαστε εδώ επειδή έχουμε μπουχτίσει από έναν κόσμο όπου μας προσφέρει ικανοποίηση η ανακύκλωση κουτιών κόκα κόλα, η προσφορά μερικών δολαρίων σε φιλανθρωπίες και η αγορά καφέ από την αλυσίδα Στάρμπακς που δίνει το 1% σε λιμοκτονούντα παιδιά του τρίτου κόσμου. Αφού εξόρισαν τις θέσεις εργασίας και τα βασανιστήρια, τώρα προσπαθούν να κάνουν το ίδιο και με την πολιτική. Και εμείς τη θέλουμε πίσω.
    Δεν είμαστε κομμουνιστές αν ο κομμουνισμός σημαίνει το σύστημα που κατέρρευσε το 1990. Ας θυμηθούμε άλλωστε ότι εκείνοι οι κομμουνιστές είναι σήμερα οι πιο αποτελεσματικοί και αδίστακτοι καπιταλιστές. Στη σημερινή Κίνα, έχουμε έναν καπιταλισμό που είναι ακόμη πιο δυναμικός και από τον αμερικανικό αλλά δεν χρειάζεται δημοκρατία. Πράγμα που σημαίνει ότι όταν επικρίνετε τον καπιταλισμό, να μην αφήνετε να σας εκβιάζουν με το επιχείρημα ότι στρέφεστε ενάντια στη δημοκρατία. Ο γάμος της δημοκρατίας με τον καπιταλισμό έχει τελειώσει. Και η αλλαγή είναι εφικτή.
    Τι αντιλαμβανόμαστε σήμερα ως δυνατό; Ας παρακολουθήσουμε τα ΜΜΕ. Από τη μία πλευρά, στην τεχνολογία και τη σεξουαλικότητα, όλα φαίνονται δυνατά. Μπορείς να ταξιδέψεις στο φεγγάρι, μπορείς να γίνεις αθάνατος μέσω της βιογενετικής, μπορείς να κάνεις σεξ με ζώα ή οτιδήποτε. Όταν όμως κοιτάξεις στο πεδίο της κοινωνίας ή της οικονομίας θα δεις ότι εκεί σχεδόν όλα θεωρούνται αδύνατα. Θέλεις να αυξήσεις λίγο τη φορολόγηση των πλουσίων. Σου λένε ότι είναι αδύνατο. Θα χάσουμε ανταγωνιστικότητα. Θέλεις περισσότερα κονδύλια για την υγεία. Σου λένε: “Αδύνατο, κάτι τέτοιο σημαίνει ολοκληρωτικό κράτος”.
    Κάτι πάει στραβά σε ένα κόσμο που υπόσχεται την αθανασία αλλά αρνείται να ξοδέψει έστω και λίγα περισσότερα για το σύστημα υγείας. Ίσως θα έπρεπε να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητες μας. Δεν θέλουμε ένα υψηλότερο επίπεδο ζωής. Θέλουμε ένα καλύτερο επίπεδο ζωής. Η μόνη έννοια κατά την οποία είμαστε κομμουνιστές είναι ότι νοιαζόμαστε για τη δημόσια σφαίρα. Την δημόσια σφαίρα της φύσης. Τη δημόσια σφαίρα που ιδιωτικοποιείται από τα πνευματικά δικαιώματα. Τη δημόσια σφαίρα της βιογενετικής. Για αυτό, και μόνο για αυτό, πρέπει να αγωνιστούμε.
    Ο κομμουνισμός απέτυχε αλλά τα προβλήματα της δημόσιας σφαίρας παραμένουν. Μας κατηγορούν ότι είμαστε αντιαμερικανοί. Όμως θα πρέπει να θυμίσουμε κάτι στους συντηρητικούς φονταμενταλιστές που ισχυρίζονται ότι είναι γνήσιοι Αμερικανοί. Τι είναι ο χριστιανισμός; Είναι το Άγιο Πνεύμα. Και τι είναι αυτό; Είναι η ισόνομη κοινότητα των πιστών που συνδέονται με δεσμούς αγάπης και που διαθέτουν μόνο τη δική τους ελευθερία και ευθύνη για να το κάνουν. Με αυτή την έννοια, το άγιο πνεύμα είναι εδώ αυτή τη στιγμή. Και πιο κάτω, στην Γουόλ Στριτ βρίσκονται οι παγανιστές που λατρεύουν βλάσφημα είδωλα.
    Επομένως το μόνο που χρειαζόμαστε είναι υπομονή. Και το μόνο που θα πρέπει να φοβόμαστε είναι ο κίνδυνος να επιστρέψουμε στα σπίτια μας και να συναντιόμαστε μια φορά τον χρόνο πίνοντας μπίρες και να αναπολούμε νοσταλγικά “τι ωραία που ήταν εδώ πέρα”. Υποσχεθείτε στους εαυτούς σας ότι αυτό δεν θα συμβεί. Ξέρουμε ότι οι άνθρωποι συχνά επιθυμούν κάτι που δεν θέλουν πραγματικά. Μη φοβάστε να θελήσετε πραγματικά αυτό που επιθυμείτε. Σας ευχαριστώ.

    Ας δώσουµε κόκκινο µελάνι στους διαδηλωτές της Wall Street! του Σλάβοϊ Ζίζεκ

    0 ΣΧΟΛΙΑ

    Σκεπτόµενος τις διαµαρτυρίες του κινήµατος «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ» και τις ανάλογες εκδηλώσεις κατακραυγής σε ολόκληρο τον κόσµο, θυµήθηκα ότι πριν από µερικά χρόνια ο βρετανός συγγραφέας Τζον Μπέργκερ έγραψε ότι «τα πλήθη των ανθρώπων έχουν απαντήσεις σε ερωτήµατα που δεν έχουν τεθεί ακόµη...
    Τα ερωτήµατα δεν έχουν τεθεί ακόµη επειδή το να τα θέσουµε απαιτεί λέξεις και έννοιες που ακούγονται σαν αληθινές, και αυτές που χρησιµοποιούνται τώρα για να κατονοµάσουν γεγονότα κατάντησαν κενές νοήµατος:
     
    ∆ηµοκρατία, Ελευθερία, Παραγωγικότητα κ.λπ. Με νέες έννοιες τα ερωτήµατα θα τεθούν γρήγορα, επειδή η Ιστορία συνεπάγεται ακριβώς µια τέτοια διαδικασία θέσεως ερωτηµάτων». Ας αρχίσουµε να ρωτάµε.
     
    Οι διαδηλωτές του «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ» και οι οπαδοί τους έχουν τις απαντήσεις. Στην πραγµατικότητα έχουµε βοµβαρδίσει τους διαδηλωτές µε ερωτήσεις, αλλά όχι ακόµη µε τις σωστές ερωτήσεις.
     
    «Μα τι θέλετε;» τους ρωτάµε. «Ποια είναι τα συγκεκριµένα αιτήµατά σας;». Αυτό είναι το αρχέτυπο ερώτηµα που θέτει ένας άνδρας αφεντικό σε µια υστερική γυναίκα, µια σκηνή από ηµέρες που έχουν παρέλθει: «Ολο γκρίνια και παράπονα είσαι – ξέρεις τι θες πραγµατικά;».
     
    Μια τέτοια ερώτηση στοχεύει ακριβώς στον αποκλεισµό της αληθινής απάντησης. Στην ουσία λέει «Πες το µε τους δικούς µου όρους ή βούλωσέ το!». Είναι ένα ερώτηµα που, στην πραγµατικότητα, αποτρέπει τη διαδικασία της µετάφρασης µιας ατελούς διαµαρτυρίας σε συγκεκριµένο σχέδιο.
     
    Οι διαδηλωτές του «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ» εφιστούν την προσοχή σε δύο σηµεία-κλειδιά. Πρώτον, ότι το παγκόσµιο καπιταλιστικό σύστηµα έχει καταστροφικές επιπτώσεις: Σκεφθείτε τα εκατοντάδες δισεκατοµµύρια που χάθηκαν εξαιτίας της αχαλίνωτης χρηµατοπιστωτικής κερδοσκοπίας. ∆εύτερον, ότι η οικονοµική παγκοσµιοποίηση υπονοµεύει, σταδιακά αλλά ανελέητα, τη νοµιµοποίηση των ∆υτικών δηµοκρατιών. Μεγάλες οικονοµικές συναλλαγές που εξαρτώνται από διεθνείς παίκτες δεν µπορούν να ελεγχθούν από δηµοκρατικούς µηχανισµούς, οι οποίοι εξ ορισµού περιορίζονται σε εθνικά κράτη. Κατά συνέπεια, οι θεσµικές δηµοκρατικές µορφές είναι όλο και πιο ανίκανες να εννοήσουν τα ζωτικά συµφέροντα του λαού. Η ουσία των διαδηλώσεων της Γουόλ Στριτ είναι η εξής: Πώς θα επεκτείνουµε τη δηµοκρατία πέραν της κρατικής-πολυκοµµατικής πολιτικής µορφής της, η οποία είναι καταφανώς ανί σχυρη όταν έρχεται αντιµέτωπη µε τις καταστροφικές επιπτώσεις της οικονοµικής ζωής;
     
    ∆εν υπάρχει έλλειψη αντικαπιταλιστικού φρονήµατος σήµερα. Υπάρχει πληθώρα κριτικής για τη φρίκη του καπιταλισµού: Βιβλία, εις βάθος δηµοσιογραφικές έρευνες και τηλεοπτικές ειδήσεις βρίθουν επιχειρήσεων που µολύνουν ανελέητα το περιβάλλον µας, διεφθαρµένων τραπεζιτών που συνεχίζουν να παίρνουν παχυλά µπόνους, ενώ οι τράπεζές τους διασώζονται µε δηµόσιο χρήµα, µαγαζιών εκµετάλλευσης του ανθρώπινου µόχθου, όπου παιδιά δουλεύουν ατέλειωτες ώρες.
     
    Αυτό που κατά κανόνα δεν αµφισβητείται είναι το δηµοκρατικόφιλελεύθερο πλαίσιο του αγώνα εναντίον αυτών των καταχρήσεων. Ο ρητός ή υπονοούµενος στόχος µιας τέτοιας κριτικής είναι να εκδηµοκρατιστεί ο καπιταλισµός, να επεκτείνουµε τον δηµοκρατικό έλεγχο στην οικονοµία µέσω πίεσης από τα ΜΜΕ, κοινοβουλευτικών εξεταστικών επιτροπών, πιο αυστηρής νοµοθεσίας, εντίµων αστυνοµικών ερευνών και ούτω καθεξής.
     
    Αλλά ποτέ, µα ποτέ, δεν αµφισβητούµε το δηµοκρατικό θεσµικό πλαίσιο του κράτους δικαίου. Αυτή είναι η ιερή αγελάδα που ακόµη και οι πιο ριζοσπαστικές µορφές του ηθικού αντικαπιταλισµού – σκεφθείτε το φόρουµ του Πόρτο Αλέγκρε, το κίνηµα του Σιάτλ – δεν τολµούν να αγγίξουν.
     
    Πάρτε για παράδειγµα την ισπανική εκδοχή των διαδηλωτών του κινήµατος «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ», τους Ιndignados (τους «Αγανακτισµένους»). Απορρίπτουν ολόκληρη την πολιτική τάξη, Αριστερά και ∆εξιά, ως διεφθαρµένη και ελεγχόµενη από τη λαγνεία για εξουσία. Και όµως, οι «Αγανακτισµένοι» απευθύνουν τα αιτήµατά τους για αλλαγή σε ποιον; Οχι στον ίδιο τον λαό: οι «Αγανακτισµένοι» δεν λένε (προς το παρόν) ότι κανένας δεν θα φέρει την αλλαγή αν δεν τη φέρει ο ίδιος ο λαός, ότι (για να παραφράσουµε τον Γκάντι) ο ίδιος ο λαός πρέπει να γίνει η αλλαγή την οποία θέλει να δει. Τα αιτήµατά τους απευθύνονται προς αυτούς που έχουν τον έλεγχο – ακριβώς προς εκείνους εναντίον των οποίων διαµαρτύρονται.
     
    Ο Μαρξ δεν πίστευε στην τοποθέτηση του ερωτήµατος περί ελευθερίας στην πολιτική σφαίρα καθαυτή.
     
    ∆εν θα συµφωνούσε µε τον τρόπο µε τον οποίο οι δυτικοί θεσµοί αποτιµούν συνήθως τους βαθµούς της ελευθερίας όταν θέλουν να κρίνουν µια χώρα: Γίνονται ελεύθερες εκλογές; Είναι ανεξάρτητοι οι δικαστές; Είναι ο Τύπος ελεύθερος από κρυφές πιέσεις; Γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώµατα;
     
    Το κλειδί για την πραγµατική ελευθερία, πίστευε ο Μαρξ, βρίσκεται στο «απολιτικό» δίκτυο των προσωπικών σχέσεων, από την αγορά ως την οικογένεια. Είναι ψευδαίσθηση να περιµένεις ότι µπορεί κάποιος να αλλάξει αποτελεσµατικά τα πράγµατα µέσω της «επέκτασης» της δηµοκρατίας. Οι ριζοσπαστικές αλλαγές θα έπρεπε να γίνονται εκτός της σφαίρας των νοµικών δικαιωµάτων. «Η δηµοκρατική ψευδαίσθηση», η αποδοχή θεσµικών δηµοκρατικών µηχανισµών ως της µοναδικής, της «σωστής» δύναµης για αλλαγή, απλώς αποτρέπει τη ριζοσπαστική αλλαγή.
     
    Στα µέσα Απριλίου του 2011 οι ειδήσεις µετέδωσαν ότι η κυβέρνηση στην Κίνα είχε απαγορεύσει ταινίες και τηλεοπτικές σειρές µε θέµα ταξίδια στον χρόνο και εναλλακτικές θεωρίες περί Ιστορίας, καταγγέλλοντας ότι εισάγουν επιπολαιότητα σε σοβαρά ιστορικά ζητήµατα. Οι Κινέζοι θεωρούν άκρως επικίνδυνη ακόµη και τη µυθοπλαστική δραπέτευση στην εναλλακτική πραγµατικότητα.
     
    Στη φιλελεύθερη ∆ύση δεν έχουµε ανάγκη από τέτοιες ρητές απαγορεύσεις. Η ιδεολογία ασκεί τόση εξουσία επάνω µας ώστε µας εµποδίζει να παίρνουµε στα σοβαρά εναλλακτικές αφηγήσεις της Ιστορίας. Αυτολογοκρινόµαστε. Υπάρχουν κάποιες ερωτήσεις που δεν θα τις θέταµε ποτέ.
     
    Σε ένα παλιό ανέκδοτο, που αποδίδεται συχνά στην αποθανούσα Λαϊκή ∆ηµοκρατία της Γερµανίας, ένας γερµανός εργάτης βρίσκει δουλειά στη Σιβηρία. Γνωρίζοντας ότι λογοκριτές θα διαβάζουν όλη την αλληλογραφία του, λέει στους φίλους του: «Ας βάλουµε έναν κώδικα: αν ένα γράµµα που σας στέλνω είναι γραµµένο µε κανονικό µπλε µελάνι, ό,τι γράφω είναι αλήθεια. Αν είναι γραµµένο µε κόκκινο µελάνι, είναι ψέµατα».
     
    Υστερα από έναν µήνα, οι φίλοι του λαµβάνουν το πρώτο γράµµα, µε µπλε µελάνι: «Ολα είναι υπέροχα εδώ: τα µαγαζιά είναι γεµάτα, το φαγητό µπόλικο, τα διαµερίσµατα µεγάλα και µε καλή θέρµανση, τα σινεµά δείχνουν ταινίες από τη ∆ύση, υπάρχουν πολλά ωραία κορίτσια πρόθυµα για ερωτικές σχέσεις – το µόνο πράγµα που δεν έχουµε είναι κόκκινο µελάνι».
     
    Αυτή δεν είναι η κατάστασή µας σήµερα;
     
    Εχουµε όλες τις ελευθερίες που θέλει κανείς – το µόνο πράγµα που λείπει είναι το κόκκινο µελάνι.
     
    Αυτό που σηµαίνει η έλλειψη κόκκινου µελανιού σήµερα, είναι ότι οι όροι που χρησιµοποιούµε για να προσδιορίσουµε τις συγκρούσεις γύρω µας – «πόλεµος κατά της τροµοκρατίας», «δηµοκρατία και ελευθερία», «ανθρώπινα δικαιώµατα» – δεν ανταποκρίνονται στη νέα πραγµατικότητα. Προκαλούν σύγχυση στην αντίληψη που έχουµε για την κατάσταση, αντί να µας επιτρέπουν να στοχαζόµαστε γι’ αυτή.
     
    «Νιώθουµε ελεύθεροι» επειδή µας λείπει η γλώσσα για να αρθρώσουµε την ανελευθερία µας.
     
    Ας δώσουµε κόκκινο µελάνι στους διαδηλωτές. 
     
    Πηγή: To Βήμα

    Δευτέρα, Ιανουάριος 09, 2012

    7 Χρόνια Ανεμος

    5 ΣΧΟΛΙΑ
    Επτά χρόνια φαγούρα συμπλήρωσε αυτές τις ημέρες ο ΑΝεμος...
    Επτά χρόνια σχεδόν καθημερινά με φουρτούνες και μπουνάτσες...
    Κι όμως...
    ...εκείνο το πρώτο μήνυμα θα μπορούσε να γραφτεί και σήμερα. Με τις ίδιες ακριβώς λέξεις!

    Και συνεχίζουμε!

    Κυριακή, Ιανουάριος 08, 2012

    Ο Πρίγκιπας, ο Μακιαβέλι και ο ελληνικός Τύπος

    0 ΣΧΟΛΙΑ
    Το κείμενο έχει ιστορική αξία. Με έναν άνευ ορίων κυνισμό ο εκδότης Σταύρος Ψυχάρης περιγράφει τον πραγματικό ρόλο του Τύπου στην Ελλάδα. Είχε προηγηθεί η αφελής -στην περίπτωσή του- ομολογία του Πρίγκιπα. Ιδού το κείμενο:

    Επειδή έξεστι Κλαζοµενίοις ασχηµονείν – δηλαδή οι κατ' επάγγελµα δηµοκράτες όταν τρίζει η καρέκλα τους, είτε όταν διαφαίνεται στο βάθος του τούνελ η Νέµεσις, επιδίδονται σε ύβρεις και συκοφαντίες –, ώρα είναι να ειπωθούν µερικές αλήθειες.
    Πρώτον, όλες οι εφηµερίδες, εκτός από δύο που δηλώνουν κοµµατικά όργανα(«Ριζοσπάστης» και «Αυγή»), εκδίδονται από ιδιώτες. Είναι κατ’ επάγγελµα εκδότες και δηµοσιογράφοι, µε σκοπό, όπως όλοι οι εργαζόµενοι, το έσοδο. Είναι άλλοι που θέλουν απλώς να προωθήσουν τις ιδέες ή τα συµφέροντά τους.
    Δεν υπάρχουν όµως εφηµερίδες που να εκδίδονται για να εκφράζουν απόψεις διαφορετικές από εκείνες του ιδιοκτήτη τους ή να υπηρετούν αλλότρια συµφέροντα. Δεύτερον, όλες οι κοµµατικές εφηµερίδες ΔΕΝ έχουν κυκλοφορία. Σε όλον τον κόσµο µεγάλες κυκλοφορίες έχουν µόνον ανεξάρτητες εφηµερίδες, που δεν υπηρετούν τυφλά τους πολιτικούς σχηµατισµούς που καθεµιά υποστηρίζει.
    Οι κατά καιρούς διαµαρτυρόµενοι εγχώριοι κεκράκτες για τις θέσεις που λαµβάνουν εφηµερίδες, τις οποίες δεν ελέγχουν, οφείλουν να αντιληφθούν ότι η εποχή της τροµοκρατίας ετελείωσε – δεν υπάρχουν πλέον πρίγκιπες τους οποίους πρέπει να χαϊδεύουν τα Μέσα Ενηµερώσεως.
    Κάθε υγιής παράγων της πολιτικής ζωής έχει την ιστορία του και στηρίζεται συνήθως στα εισοδήµατά του. Στην περίπτωση τη δική µας, οι εφηµερίδες έχουν έσοδα ιδιωτικά (δηλαδή όποια ώρα θέλει ο πολίτης δεν δίνει το ευρώ του). Τα κόµµατα έχουν τις δικές τους δηλωµένες και αδήλωτες πηγές – και πάντως δεν δίνουν δεκάρα για τις εφηµερίδες, που τις θέλουν πιστές θεραπαινίδες της Αυτού Βασιλικής Υψηλότητος του πρίγκιπος Γ’.
    Οι σκέψεις αυτές, µε τις αυτονόητες αλήθειες, είναι επίκαιρες διαρκώς. Διότι ότανφθάνει η ώρα της κρίσεως οι αποτυχηµένοι, κατά κανόνα, επιτίθενται στα ΜέσαΕνηµερώσεως (για όλα φταίει το Μέγα Τσάνελ, οι εκδότες, οι καναλάρχες, οι διαπλεκόµενοι κ.λπ. κ.λπ.).
    Ενώ όλοι οι κατ’ επάγγελµα κατήγοροι είναι αθώοι. Εως ότου καταδικασθούν…




    Παρασκευή, Ιανουάριος 06, 2012

    Κάτι ανασαίνει στα ερείπια

    1 ΣΧΟΛΙΑ
    Επιστρέφουν καθημερινά. Περνούν την είσοδο, πλησιάζουν την άκρη του πάγκου των κλητήρων να πάρουν το φύλλο της ημέρας όπως έκαναν τα τελευταία δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρόνια. Το χέρι μένει άδειο. Καλούν το ασανσέρ κι ανεβαίνουν στο γραφείο τους. Καφέ έχουν πιει ή έχουν φέρει μαζί τους σε πλαστικό ποτηράκι. Ανοίγουν τον υπολογιστή, κάνουν στην άκρη κάτι χαρτιά με σημειώσεις από τον περασμένο Δεκέμβρη, τραβούν το τασάκι, ανάβουν τσιγάρο. Το βλέμμα πέφτει στις ζωγραφιές με νερομπογιά και μαρκαδόρο του παιδιού στο χώρισμα, πατάνε με το δάχτυλο την άκρη από το σελοτέιπ που ξεκόλλησε στην μιαν άκρη. Ο υπολογιστής φορτώνει. Οι σκέψεις φορτώνουν. Τα χρόνια φορτώνουν. Enter. Fire Fox. 1982. Οδός Κολοκοτρώνη. Υστερα εδώ. Ο καπνός μπαίνει στο μάτι. Το δίπλα γραφείο άδειο. Οι άλλες αίθουσες άδειες. Μόνο κάτι σκιές, μικρά συννεφάκια καπνού, ένα τηλέφωνο που χτυπάει και δεν το σηκώνει κανείς. Ξανά το βλέμμα στη ζωγραφιά, "Μπαμπά χρόνια πολλά, Τάσος", "Μαμά σ' αγαπώ, Λίνα". Θυμάται πως σπάνια τα προλάβαινε ξύπνια το βράδυ. Ενα φιλί, ένα τράβηγμα της κουβέρτας πάνω από τον ώμο τους. Το πρωί που φεύγαν για το σχολείο εκείνος... εκείνη... κοιμόντουσαν ακόμη. Αλλη μια ρουφηξιά τσιγάρο, ένα παραπέτασμα καπνού που κρύβει τις σκέψεις για τους απλήρωτους λογαριασμούς, το δάνειο του σπιτιού, τα ένσημα που δεν έχουν μαζευτεί...
    Επιστρέφουν καθημερινά. Αλλοι πρωί. Αλλοι απόγευμα. Περίπου την ίδια ώρα που έρχονταν για να πιάσουν δουλειά πριν από βδομάδες. Δεν έχουν τίποτα να κάνουν. Ανοίγουν συρτάρια, κλείνουν συρτάρια. Ανάβουν υπολογιστή, σβήνουν υπολογιστή. Γεμίζουν το τασάκι με αποτσίγαρα κι ύστερα το αδειάζουν στον κουβά σκουπίζοντας με ένα χαρτομάντιλο. Οπως άλλοι θα έβαζαν φρέσκο νερό στο ανθοδοχείο, θα άναβαν το καντηλάκι, θα καθάριζαν τα χορτάρια ή κανέναν λεκέ από το μεγάλο μάρμαρο. "21 ΙΟΥΛΙΟΥ 1975 - 29 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2011". Οντως! ΑΥΤΗ η δουλειά μαθαίνεται "στο μάρμαρο" τελικά... Σ' αυτό το "μάρμαρο" έμαθε να γράφει, να σβήνει, να κόβει, να ράβει, να στήνει σελίδες, να κάνει τίτλους και λεζάντες, να μετράει διαστάσεις, να διορθώνει, να σκίζει και να ξαναστήνει κασόχαρτα. Από αυτό το "μάρμαρο" θα έφευγε πρώτος. Ορθιος ή με τις μπότες μπροστά. Ετσι νόμιζε. Ετσι είχε δει να γίνεται. Ετσι ήθελε να γίνει. Και ποτέ δεν φανταζόταν ότι πρώτο θα έφευγε το "μάρμαρο" και θα έμενε το "μαγαζί" έτσι. Κενοτάφιο...
    Επιστρέφουν καθημερινά.. Γιατί δεν έχουν που αλλού να πάνε. Σαν εξόριστοι χωρίς πατρίδα. Σαν φαντάροι χωρίς κοπέλα. Σαν ισοβίτες που ούτε που θυμούνται πως ήταν πριν...
    Κάποια στιγμή θα τα μαζέψουν όλα, θα αδειάσουν τα συρτάρια τους, θα ξεκρεμάσουν τις ζωγραφιές των παιδιών τους, θα μαζέψουν τις μνήμες τους, τις σκιές των συναδέλφων τους,θα τις διπλώσουν, θα τις βάλουν στην τσέπη και θα φύγουν. Και δεν θα ξαναγυρίσουν ποτέ.
    Μαζί τους θα έχουν πάρει όμως και την ψυχή τους και την ψυχή του μαγαζιού τους!

    Αλίμονο σε εκείνους που θα μείνουν κενοί, μόνο με τα ερείπιά τους και τα χρέη τους! Οχι σε ανθρώπους και τράπεζες αλλά στην ίδια την ιστορία...

    Για πάντα λησμονημένοι!


    Πέμπτη, Ιανουάριος 05, 2012

    Ονειρεύομαι πάλι εφημερίδες

    3 ΣΧΟΛΙΑ

    Πριν από μερικά χρόνια έγραφα και το αναδημοσίευσα τον περασμένο Απρίλιο: «Μέσα στον κακό χαμό, έναν από τους χειρότερους στην ιστορία των εφημερίδων. Πριν από τις απεργίες της απόγνωσης και των αδιεξόδων, όπου όλοι μας απεργούμε για τις θέσεις μας (ευλόγως!) αλλά όχι για τη δουλειά μας (δυστυχώς!) που ευτελίζεται μέρα με την ημέρα. Εχοντας διαβάσει τους ισολογισμούς του χάους και της οδύνης για τα ΜΜΕ. Και επιμένοντας να ξεχωρίζω την κατάσταση της δουλειάς μας από την κατάσταση των επιχειρήσεων που μας δίνουν δουλειά ως δύο αλληλένδετα αλλά και διαφορετικά προβλήματα...

    ...oνειρεύομαι εφημερίδες!

    Ονειρεύομαι εφημερίδες που θα ενημερώνουν χωρίς να χειραγωγούν...

    Που θα αγγίζουν την πραγματικότητα του αναγνώστη και δεν θα την αντικαθιστούν με μια άλλη "πραγματικότητα"...

    Που θα ιεραρχούν την επικαιρότητα όχι με βάση τη "γραμμή", την ιδεοληψία, την "σπουδαιότητα". 

    Αλλά με βάση αυτήν την πραγματικότητα! 

    Και τις ανάγκες της, τις ανάγκες μας, τις ανάγκες μου...

    Που θα ακουμπούν πάνω στον αναγνώστη χωρίς να τον πλακώνουν και που ο αναγνώστης θα ακουμπά πάνω τους χωρίς να ζητιανεύει χαδάκια και λαϊκισμούς...

    Που τα άρθρα τους δεν θα μυρίζουν γραφείο αλλά αέρα δρόμου... Που δεν θα έχουν, καν, γραφεία αλλά θα είναι παντού...

    Ονειρεύομαι εφημερίδες...

    ...που θα τις γράφουν αριστοκράτες της γραφής και του ΡΕΠΟΡΤΑΖ, της Ερευνας και όχι "αριστοκράτες" της οικονομίας και της πολιτικής καμαρίλας.

    ...που θα είναι κολλεκτίβες ελεύθερων δημοσιογράφων, ελεύθερων δημιουργών περιεχομένου, ελεύθερων σχεδιαστών, ελεύθερων καλλιτεχνών...

    ...που θα προσπαθούν να μετατρέψουν το εφήμερο της είδησης σε ένα μικρό έργο τέχνης...

    ...που θα παρακολουθούν τις καινοτομίες στον Τύπο, στα Νέα Μέσα, στις τέχνες και στα γράμματα, στις τεχνολογίες... και θα είναι στην αιχμή τους!

    ...και θα απευθύνονται σε ελεύθερους ανθρώπους!

    Ονειρεύομαι εφημερίδες...

    Που οι ειδήσεις τους θα είναι σύντομα και περιεκτικά κείμενα...

    Αλλά οι Ερευνες και τα άρθρα τους θα μπορούν να είναι μεγάλα και χορταστικά... Οπως σε όλες τις αξιόλογες εφημερίδες, σήμερα, στον κόσμο...

    Που θα είναι χρήσιμες και όχι "χρηστικές"...

    Που δεν μου λένε "τι να κάνω" αλλά τι έχω τη δυνατότητα να κάνω...

    Και γι' αυτό, θα κυκλοφορούν πρωί και βράδυ, όπως κάποτε...

    Ονειρεύομαι εφημερίδες...

    Που θα είναι ψύχραιμες στον πανικό... παρούσες στη ζωή... ανθεκτικές στο χείμαρρο της πληροφορίας...

    Που δεν θα έχουν ούτε ένα copy-paste από δελτία τύπου. Ούτε μισό...

    Που θα φιλτράρουν χωρίς να "κόβουν"...

    Που θα αναδεικνύουν χωρίς να μεγεθύνουν...

    Που θα είναι παράθυρα στον κόσμο και όχι "τηλεπαράθυρα-άμβωνες" δημοσιομουλάδων...

    Που -στην έντυπη μορφή τους- δεν θα είναι "ταμπλόιντ", ούτε κυριολεκτικά ούτε μεταφορικά...

    Που θα χαίρεσαι το στήσιμό τους, όσο και τα κείμενά τους, όσο και την άπλα των ιδεών και της δημιουργικότητάς τους...

    Που θα ελέγχουν την εξουσία. Κάθε εξουσία. Ακόμη και τη δική τους εξουσία!

    Ονειρεύομαι εφημερίδες που δεν μετατρέπουν την πληροφορία σε είδηση αλλά την είδηση σε γνώση...

    Ονειρεύομαι εφημερίδες που θα ανοίγουν ρωγμές στα τείχη που ορθώνονται γύρω μας!

    Ονειρεύομαι τις εφημερίδες που θα έλθουν!

    (...όσο πιο σύντομα καταρρεύσουν εκείνοι που ΔΕΝ ονειρεύονται εφημερίδες)

    Πέμπτη, Δεκέμβριος 29, 2011

    Το παράδειγμα της "Μανιφέστο"

    0 ΣΧΟΛΙΑ
    Από σήμερα ξεκινάει μια σειρά από παραδείγματα αυτοδιαχειριζόμενων, λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένων εφημερίδων, με πρώτο αυτό της "Μανιφέστο":

    Ο διευθυντής της εφημερίδας εκλέγεται με ενισχυμένη πλειοψηφία των μελών του εκδοτικού συνεταιρισμού σε εκλογές οι οποίες διενεργούνται κάθε 3 χρόνια, ενώ ο κάθε διευθυντής μπορεί να εξαντλήσει μέχρι 2 θητείες (6 χρόνια).
    Στο "Μανιφέστο" αυτή τη στιγμή απασχολούνται 120 άνθρωποι, από τους οποίους οι 70 είναι δημοσιογράφοι. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι αμοιβές όλων των εργαζομένων κυμαίνονται στα ίδια περίπου επίπεδα, αφού το μόνο κριτήριο που τις διαφοροποιεί είναι τα χρόνια υπηρεσίας και οι διαφορετικού είδους συλλογικές συμβάσεις εργασίας (δημοσιογράφων- υπαλλήλων). Ενδεικτικό αυτού είναι ότι ο διευθυντής αμείβεται με 1350 ευρώ, μόλις 150 ευρώ δηλαδή παραπάνω από έναν νεοπροσληφθέντα εργαζόμενο στην εφημερίδα.
    Οι πηγές των εσόδων προέρχονται κατά 70% από τις πωλήσεις, κατά 25% από χρήματα που διαθέτει το κράτος στους συνεταιρισμούς και κατά 5% από διαφημίσεις. Βέβαια, παρά τη μεγάλη κυκλοφορία της εφημερίδας, δύσκολα οι διαφημιζόμενοι επιλέγουν για την προβολή τους το Μανιφέστο. Ο χαρακτηρισμός "καθημερινή κομμουνιστική εφημερίδα" κάτω από το λογότυπο της εφημερίδας καθώς και η πολεμική που συχνά εξαπολύεται μέσα από τις σελίδες της κατά της πολιτικής (εργατικής, περιβαλλοντικής ή άλλης) μεγάλων εταιρειών, είναι δύο από τους κύριους λόγους "απώθησης" των διαφημίσεων.
    Το Μανιφέστο σήμερα "πουλάει" 30.000 φύλλα, τη στιγμή που η Unita "πουλάει" 50.000, η Liberation 8.000 και η Corriere de la Serra 600.000. Μεγαλύτερες πωλήσεις πραγματοποιούνται κυρίως στη Ρώμη και σε μεγάλα αστικά κέντρα. Η μεγαλύτερη μερίδα του αναγνωστικού κοινού ανήκει στο ηλικιακό φάσμα των 20-45 ετών, γιατί, όπως είπε ο Πόλο "το Μανιφέστο έμαθε να ανανεώνεται, σε επίπεδο τόσο θεματολογίας όσο και συνεργατών". Έτσι, εκτός από το παραδοσιακό κοινό, με τη θεματολογία του και την εγκυρότητά του προσελκύει πάντα και νέους αναγνώστες.
    Επιπλέον, πολλοί είναι αυτοί που επιλέγουν την ηλεκτρονική ανάγνωση του Μανιφέστο. Στην ιστοσελίδα του μπορεί κανείς να διαβάσει δωρεάν την έκδοση της περασμένης μέρας, ενώ καταβάλλοντας μία συνδρομή μπορεί να έχει πρόσβαση και στο φύλλο της ημέρας. Υπολογίζεται ότι το δικτυακό τόπο συνολικά επισκέπτονται περίπου 2 εκατομμύρια διαδικτυακοί χρήστες το μήνα.

    Capital Crisis in the Profitable Newspaper Industry

    0 ΣΧΟΛΙΑ

    Solving this ‘will call upon levels of creativity, innovation and entrepreneurship infrequently found in newspapers in recent years.’

    By Robert G. Picard
    The recent sale and breakup of Knight Ridder is symptomatic of the broader problems newspaper companies face due to their difficulties in creating value for readers and investors. These problems have resulted in a capital crisis in the industry because financing through the stock market, which is the primary way in which the nation's leading and midsized newspapers get capital, is increasingly regarded as a less viable investment option by financial firms. This circumstance also has led to apprehension among journalists and industry observers, since managerial behaviors have changed in an attempt to satisfy investors.

    This crisis arrives at a time when the newspaper industry is struggling, too, to respond to changes in technologies, society and in how consumers use media. Audiences are less willing to spend time and money on newspapers, and this induces advertisers to increase spending and to seek other market mechanisms in new media to reach customers. The pace of change seems especially striking since the second half of the 20th century produced such dramatic advertising growth and an extraordinary era of journalistic and business success. But the conditions leading to that growth have all but vanished. In the past decade, news companies have slashed newsroom resources, made staff reductions, and cut back on the product they produce. Concurrently stress levels in newsrooms and boardrooms rose while morale sunk to its lowest point ever.

    There is a widespread sense that investors, as well as some newspaper owners and managers, are giving up on the industry. Knight Ridder could have fought for its survival, but there apparently was little fight left in its board or top company executives. The board sold the firm and its 32 newspapers to RELATED ARTICLE
    "Risk-Adverse Newspapers Won't Cross the Digital Divide"
    – Chris Cobler
    McClatchy for 4.5 billion dollars plus the assumption of two billion dollars in debt. McClatchy subsequently began selling off papers that were not in growth markets to private companies in the United States and Canada, including MediaNews Group, smaller newspaper groups such as Ogden Newspapers, Schurz Communications, and Black Press Ltd., and a private investor group formed specifically to acquire The Philadelphia Inquirer and Daily News. McClatchy accepted two billion dollars for 11 of the unwanted papers, covering 28 percent of its original purchase price and reducing the papers acquired by just one-third. The secondary deals reduced the acquisition prices of the papers that McClatchy wanted, because the total asking price had undervalued the unwanted papers.

    Why did McClatchy and others want to buy these papers when Knight Ridder no longer had the will to stay in the newspaper business? The primary reasons are these: The new owners believe in the papers' future; they determined the papers can be operated profitably without the management fees each paper previously paid to Knight Ridder, and they believe lower profit margins will still produce good returns on their investments.

    Given this willingness to invest in newspapers, how can there be a capital crisis? And how can it exist in an industry that consistently produces above-average profits compared to other industries in which these same investors place their funds? Finally, how can there be a crisis in an industry in which journalists and media critics consistently characterize it as pleasing investors by providing high returns, sometimes to the detriment of how those who work at the paper are able to do their jobs?

    Lacking a Long-Term Vision 

    Although overall newspapers are highly profitable, publicly traded newspaper companies often show weakness in comparison with industries such as major drug manufacturers, telecommunications services, restaurants, resorts, department stores, property and casualty insurance firms, major aerospace and defense contractors, and hospitals. While newspapers tend to have better-than-average net profits and dividend yields and produce average returns on equity and average price/earnings ratios, they also tend to engage in short-term planning rather than developing longer-term strategic visions and promoting company development. Investors pressure them for short-term returns more than they do other types of companies that are able to articulate a vision of a sustainable future.

    The prospect of demise, coupled with the lack of strategic vision, becomes a self-fulfilling prophecy.In many instances, management, journalists and industry critics appear to have a skewed vision of what it is that investors expect. About 90 percent of shares in newspaper companies today are held by institutional investors—pension and investment funds, insurance companies, and financial institutions. Although those who are critics of public ownership often accuse these institutions of only being interested in short-term profits, the truth actually lies somewhere else. What these investors are looking for is a good return on their money; to get that they are willing to trade short-term profit for long-term growth and stability. But most publicly traded newspaper companies offer no credible plans (or a vision) for anything beyond the delivery of higher-than-average quarterly profits. With this mentality in place, investors pressure boards and managers for high returns so that they can recoup their investments in a shorter period of time.

    Newspapers have tried to improve their market conditions in recent years by altering journalistic content and its presentation, by improving customer service, and slightly altering their business models. These actions have been quite limited and relatively weak efforts to woo readers, soothe investors, and give the impression of active managerial responses to the changing environment. Few real innovations to expand markets, reach new audiences, or provide new products related to company growth and sustainability have actually been made. In short, such surface change has done little to alter negative investor perceptions of the industry.

    Concurrent with these limited innovative efforts has been a constant and deleterious chipping away of resources within newspapers. But such measures are only effective if they are accompanied by strategy-driven reorganization and reconfiguration that produces new value, improves the quality of products and services, creates something new, and attracts new customers. Such enterprise is what appeals to investors. Yet newspaper executives are rarely engaged in this developmental part of the change process; instead cost cutting is their standard annual activity. This, however, abets uninterested investors by draining resources from newspapers they believe have a limited (or no) future and leaves newspaper enterprises without sufficient resources to renew themselves. The prospect of demise, coupled with the lack of strategic vision, becomes a self-fulfilling prophecy.

    Creating Better Value 

    Investors' interest in newspapers is waning at a time when capital investment is very much needed as these companies transition themselves to compete in an era of new media. But many newspaper companies are confronting a crisis of value creation for investors because their ability to grow appears limited, consumption trends are poor, profits are expected to diminish in the future, and high levels of uncertainty surround these enterprises. For this situation to change, owners must demonstrate new value by demonstrating long-term stability while also creating new products and business models that emphasize their ability to establish connections (and interactivity) with readers using a range of different technologies.

    Forward thinking requires newspaper companies to rethink their roles as creators and purveyors of information. Nowadays newspapers still try to To create lasting value, the business fundamentals of who they are, what they are, and how they serve readers and advertisers need to be examined by newspapers.provide something for everybody through a wide variety of features and sections; some of this is wanted by nearly everyone, but a lot is not wanted by many. Large amounts of material arrive on the pages from news services and syndicates but this same, or nearly identical material, is widely available in other places. Thus it is not surprising that the average reader doesn't bother with three-fourths of the newspaper content they've purchased; in time, consumers become unwilling to purchase them at all, especially when much of the content is available elsewhere for free and at a time when they want to read it.

    To create lasting value, the business fundamentals of who they are, what they are, and how they serve readers and advertisers need to be examined by newspapers. What is offered in print must be unique and extremely relevant to the lives of readers. To do this might mean publishing not one but different types of newspapers for varied audiences in their markets. And because newspapers gain the attention of regular readers for only about three percent of their waking time, new delivery methods are necessary to entice customers at different parts of their day.

    The challenge this presents to newspapers—and the level of capital investment that will be needed—will, of course, vary depending on whether the core market is national, regional or local. But if any of these newspapers are to survive, capital investment will be essential to their ability to function now and to innovate for future growth. To warrant investors' dollars, new revenue streams must be found; keeping revenues stable will not suffice. Achieving this, however, will call upon levels of creativity, innovation and entrepreneurship infrequently found in newspapers in recent years. An alternative is to find investors who regard newspapers as socially responsible investments and thus might be willing to produce lower profits. Similarly, there is the possibility of seeking private ownership structures that are not dependent upon the stock market. Or another alternative is to remove investors interested only in short-term financial gain by creating or supporting nonprofit newspapers or foundation ownership.

    Whatever solutions are pursued, the industry's capital crisis will need to be addressed. It is fundamental to the other issues newspapers—and journalism—confront today. If ignored, the situation will only worsen. Concerted action is needed now for newspapers to secure a sustainable future. 

    Robert G. Picard is Hamrin Professor of Media Economics and director of the Media Management and Transformation Centre at Jönköping International Business School, Jönköping University, Sweden. In the spring he was a fellow at Harvard University's Shorenstein Center on the Press, Politics & Public Policy and is the author and editor of 20 books on media economics and editor of the Journal of Media Business Studies. His Shorenstein report on this topic can be read at the Kennedy School's Web site.